Γι αυτό ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ στις 12 Μαρτίου στο Εφετείο.
Προβολές:438
Δίκη για το Μάτι, αποσπάσματα μαρτυριών που διαβάσατε πιο πάνω.
Κι αν κάποιος πει «δεν αντέχω» να σκεφτεί πως κάποιοι «άντεξαν» και τα έζησαν.
Τους οφείλουμε να τα κοινοποιήσουμε για την ηθική τους δικαίωση.

Συνάνθρωποι διαβάστε όλο το παρακάτω κείμενο έστω και τώρα για συμπαράσταση σε εκείνες τις ψυχές και σε αυτές που επέζησαν και περιμένουν δικαίωση, θα «εκπλαγείτε».
«Δεν έχει σημασία ποιος τα καταθέτει, ούτε τι έχασε.
Σημασία έχει τι έζησε, τι είδαν τα μάτια του, πως αυτό που περιγράφει συνέβη στην πρωτεύουσα μας, ένα ήσυχο καλοκαιρινό απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018».
Σημασία έχει πως από την περιγραφή τους είναι προφανής η εγκληματική εγκατάλειψη για ατελείωτες ώρες και κάτι ακόμα πιο αδιανόητο: πως τη διάσωση των επιζώντων και την ανεύρεση των απανθρακωμένων πτωμάτων την έκαναν οι συγγενείς και οι γείτονες μόνοι τους.
Η φωτιά της 23ης Ιουλίου, έχει μια πικρή «μοναδικότητα» πως οι επιζώντες ήταν παρόντες, έβλεπαν τους αγαπημένους τους να καίγονταν ή πνίγονταν μπροστά τους.
Μια ακόμα μοναδικότητα είναι πως στον τόπο του εγκλήματος πρώτοι μπήκαν οι συγγενείς και οι ίδιοι ανακάλυπταν τα πτώματα των δικών τους ή ξένων. Αυτά μόνο στον πόλεμο συμβαίνουν.
Σημασία έχει πως αυτά δεν ακούγονται πρώτη φορά, πως κανείς δεν δικαιολογείται να μη γνωρίζει.
Όμως ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει πως τα ανεχτήκαμε, σωπάσαμε, τα δικαιολογήσαμε, κάποιοι εξακολουθούν ακόμα να τα δικαιολογούν!
Σας περιμένουμε στις 12 Μαρτίου στο Εφετείο.

Η κόρη μου υποβασταζόμενη από μια κυρία, το μωρό το είχε αγκαλιά ο γιός της κυρίας αυτής. Το μωρό ήταν αναίσθητο, αλλά ζούσε ακόμα. Πήγαμε με το γαμπρό μου πρώτα στο Παίδων για το μωρό, το παιδί είχε τελειώσει. Οι γιατροί το μόνο που είπαν «αν ερχόταν δέκα λεπτά νωρίτερα κάτι θα κάναμε. Αργήσατε».
Από το ύφος των γιατρών κατάλαβα πως το παιδάκι μου δεν τα είχε καταφέρει…
Μου είπαν ότι δεν κατέστη δυνατόν να τον συνεφέρουν. Πέθανε στα σκαλιά του νοσοκομείου.
Μου είπαν πως εάν το μωρό είχε μεταφερθεί νωρίτερα θα μπορούσαν να το σώσουν.
Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του μπέμπη γράφει 22.36.
Εάν το βρέφος είχε μεταφερθεί έγκαιρα από ένα σκάφος, ένα πλοίο του Λιμενικού στη Ραφήνα…
Καιγόταν ό,τι ήταν εύφλεκτο, ξύλα, κολόνες της ΔΕΗ, δέντρα, σπίτια, τα πάντα…
Κατέβηκα στις παραλίες, φώναζα, έλεγα το όνομα κόρης μου, δεν έπαιρνα απάντηση, πήγαινα στην επόμενη.
Εκείνη την ώρα είδα και τον πρώτο νεκρό.
Ήταν ένας καμένος άνθρωπος ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου. Έφυγα προς την Αργυρά Ακτή.
Μετά ξεκινάνε τα καμένα αυτοκίνητα. Άπειρα αυτοκίνητα, εκατοντάδες άναρχα, παρατημένα.
Άλλα καμένα, άλλα είχαν μικρό εστίες ακόμα. Αυτοκίνητα καμένα με απανθρακωμένα πτώματα μέσα. Κατάφερα και πέρασα ανάμεσα. Οι θερμοκρασίες ήταν πολύ υψηλές. Τα αθλητικά παπούτσια που φορούσα κολλούσαν στη άσφαλτο.

Πέρασαν 11 μέρες και τη Μαργαρίτα δεν την είδα ποτέ.
Πέθανε στις 3 Αυγούστου.
Αυτοί που έφυγαν βασανίστηκαν πολύ, πόνεσαν. Μαρτύρησαν και μαζί τους μαρτυρήσαμε και εμείς. Η Μαργαριτούλα μας έκανε ασπίδα το κορμί της για να σώσει τον μπέμπη της.
Τα παιδιά μας τα χάσαμε, μαζί με άλλους 103 ανθρώπους.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαρτύρησαν, πόνεσαν, υπέφεραν, άφησαν τις σάρκες τους και συνεχίζουμε να πονάμε κι εμείς μαζί τους.
Όλοι μείναμε πίσω με ένα κάρβουνο.
Εγώ δεν κάηκα, αλλά έχει καεί η ψυχή μου. Δεν ζω, απλά υπάρχω, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.
Ένας πυροσβέστης μου είπε : Αν σε ανακουφίζει αυτό, τα κοριτσάκια λόγω ηλικίας πέθαναν νωρίτερα. Που σημαίνει πως οι γονείς σου κουβαλούσαν δύο νεκρά κορίτσια, δεν τα εγκατέλειψαν. Αγκαλιάσανε τα κορίτσια, ρίξανε ένα βλέμμα μεταξύ τους και τους κύκλωσε η φωτιά.

Από τους γονείς μου υπήρχε μια άμορφη μάζα, Από τα κοριτσάκια μου 20 κιλά κοπελάρες, ούτε πέντε κιλά δε ζύγισαν, βρήκα δύο πραγματάκια χωρίς μάτια, χωρίς δακτυλάκια, τα χεράκια τους είχαν σουρώσει… Ζήτησα να κατεβάσω εγώ τα φέρετρα, σαν τελευταίο αντίο, δεν μπορούσα να κόψω λίγο μαλλάκι, να έχω κάτι να θυμάμαι…
Τα παιδιά που γέννησα, που έκλαψα, που πόνεσα.
Όπως περιμέναμε, δυστυχώς, είδαμε ένα βίντεο από ένα αλιευτικό να βγαίνουν δύο κοριτσάκια. Έμοιαζαν καταπληκτικά. Μάλλον επειδή θέλαμε να δώσουμε ελπίδα στον εαυτό μας πιστέψαμε ότι είναι αυτά. Πήγαμε στο Λιμενικό για να δείξουμε το πλάνο, αν έχει γίνει καταγραφή. Ξεκίνησε το Λιμενικό διαδικασίες, απελπισμένος είπα “θα βγω στα κανάλια να μιλήσω μήπως έχει δει κάποιος τα παιδιά”.
Έδωσα το τηλέφωνό μου. Με καλούσαν κάποιοι και μου έλεγαν “έλα, έχουμε τα παιδιά σου, τα σκοτώνουμε, τα βιάζουμε” μου έκαναν παιδικές φωνές και έβαζαν τα γέλια.
Στο εξοχικό στην Νέα Μάκρη είχαν προορισμό, αλλά δεν έφτασαν ποτέ γιατί τους σταμάτησαν στη Ραφήνα και τους έστειλαν από το Μάτι… Όταν μίλησα στις 18.20 μου είπαν να μην ανησυχώ και πως υπάρχει Αστυνομία και τους κατευθύνει.
Εγώ τους είπα να κάνουν αναστροφή προς Αθήνα αλλά ούτε αυτό τους άφηναν…με αποτέλεσμα 18:43 να είναι το τελευταίο τηλεφώνημα όπου ρώτησα που είναι μου είπε η μαμά ότι είναι μέσα στις φωτιές. Τη ρώτησα αν υπάρχει κάποιος να τους κατευθύνει και μου είπε όχι δεν υπάρχει κάνεις.
Φτάσαμε με φακούς, ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Δεν υπήρχαν σπίτια, ήταν ισοπεδωμένα. Ήταν αποκαΐδια. Δεν είδα το αυτοκίνητο, λέω φύγανε. Δε μπορούσα να φανταστώ τι έγινε. Τελικά, με πήραν γύρω στις 5 τα ξημερώματα και μου είπαν ότι τους βρήκαν.
Πήγα και είδα πως αυτό που έβλεπα και νόμιζα ότι ήταν ξύλα που καίγονταν, ήταν οι γονείς μου.
Πάλι δεν είδα κανένα να περιφέρεται στην περιοχή για όσους ανθρώπους είχαν ακόμα μια στάλα ζωή, να τους περιθάλψουν, να πεθάνουν με αξιοπρέπεια στο νοσοκομείο και όχι να φύγουν πεσμένοι στα χώματα. Να πεθάνουν στο νοσοκομείο με αξιοπρέπεια. Δεν μπήκε κανείς μέσα, το πρωί μπήκανε, το δηλώνω υπεύθυνα.
Έπεσα κάτω, έχασα τα γυαλιά μου. Γύρισα πίσω και είδα πύρινες νιφάδες. Ενστικτωδώς κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα.
Άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν.
Περνούσε ένα νεαρός μόνο με το μποξεράκι του και μια μάνα μ’ ένα λιπόθυμο παιδάκι ή νεκρό…
Κάποιος μου λέει κοπελιά καίγεσαι.
Είχα πιάσει φωτιά από πίσω.
Έφτασα στη θάλασσα κι έπεσα κατευθείαν μέσα.
Από πάνω καιγόντουσαν τα πάντα. Είχε εκρήξεις. Κάθισα δίπλα σε μια οικογένεια. Κρύωνα.
Θυμάμαι να είμαι στη θάλασσα με τα χέρια απλωμένα και να βγάζω τις σάρκες μου. Βγήκα έξω και ξαναμπήκα μέσα γιατί στέγνωσα και πέθαινα από τον πόνο.
Άκουγα ανθρώπους γύρω μου να προσπαθούν να βρουν βοήθεια, χωρίς ανταπόκριση.
Αργότερα έμαθα τι συνέβη στους δικούς μου.
Η μάνα μου ήταν πεσμένη στα γόνατα στο πεζοδρόμιο, τόσο καμένη που δεν είχε μαλλιά.
Ήταν γυμνή, χωρίς μαλλιά και ούρλιαζε. Της έφεραν ένα τραπεζομάντηλο από τη ταβέρνα. Ξέρω από ένα κύριο που ήταν μαζί της, ότι 5-6 ώρες ήταν ζωντανή. Με το που έφτασε στη Ραφήνα, πέθανε.
Ο πατέρας μου απανθρακώθηκε κοντά στο αμάξι. Δε κατάφερε να πάει μακριά. Δε μας ενημέρωσε κανείς. Αν μας ειδοποιούσε κάποιος, έστω και δέκα λεπτά νωρίτερα… Ήταν μια κατηφόρα. Οι δικοί μου θα ζούσαν».
Είμαστε από την Ιρλανδία, είχαμε παντρευτεί μόνο πριν από τέσσερις ημέρες, ήμασταν με τον σύζυγό μου στη Ραφήνα για το γαμήλιο ταξίδι.
Ήταν σαν ένας τυφώνας από φωτιά.
Είχαν πιάσει φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα μου.
Φτάσαμε στο δρόμο και είδαμε 4-5 πολύ μικρά παιδιά, μόνα τους, χωρίς ενήλικο μαζί τους.
Τα πήραμε στην αγκαλιά μας και αρχίσαμε να τρέχουμε. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο.
Το σταματήσαμε και βάλαμε τα παιδιά μέσα αλλά δεν υπήρχε χώρος για εμάς. Ζήτησα από τον οδηγό να μας βάλει στο πορτ μπαγκάζ. Όλο το σώμα μου είχε πιάσει φωτιά. Φωτιά έπιασαν και τα ρούχα του Brian.
Το αυτοκίνητο ξαφνικά τράκαρε σε ένα δέντρο. Το δέντρο έπεσε πάνω μας και ο Brian άρχισε να γλιστράει, δεν μπορούσα να τον συγκρατήσω από το χέρι.
Έπεσε από το αυτοκίνητο μέσα στη φωτιά. Η τελευταία του λέξη ήταν “γιατί”.
Προσπάθησα να του φωνάξω, ήθελα να ακούσει πόσο τον αγαπούσα και ότι ήταν ο καλύτερος σύζυγος. Ήξερα ότι είχε πεθάνει, εξαφανίστηκε μέσα στη φωτιά και τον άκουσα να φωνάζει.
Καθόμουν στο πορτ μπαγκαζ και αισθάνθηκα ότι ήταν το φέρετρο μου
Ο πατέρας μου προσπάθησε να βοηθήσει μια γειτόνισσα που είχαν έναν ανάπηρο άνθρωπο, να τον βάλουν στο αυτοκίνητο που ήταν μια 4μελης οικογένεια. Εγκλωβίστηκαν μέσα στο αμάξι, που είχε πάρει φωτιά.
Ο πατέρας μου σύρθηκε στο έδαφος. Αυτό συνέβη στις 19.30 και μέχρι τις 21.00 κείτονταν κάτω. Τα ξέρω αυτά από τη γειτόνισσα που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, αλλά αργότερα πέθανε κι εκείνη από επιπλοκές.
Ο ανάπηρος σύζυγός της απανθρακώθηκε μαζί με την 4μελή οικογένεια στης οποίας το αμάξι βρισκόταν.
Κάποια στιγμή η μαμά μου σκόνταψε στον κορμό ενός δέντρου.
Ο άντρας μου που προπορευόταν, καταλαβαίνει ότι έχω θέμα και επιστρέφει να με βοηθήσει να σηκώσουμε τη μητέρα μου να φύγουμε.
Εκείνη την ώρα άρπαξε δυνατή φωτιά ο θάμνος δίπλα μας, άρπαξαν τα ρούχα της μητέρας μου και άρπαξα και εγώ φωτιά. Καιγόμουν.
Δεν υπήρχε κανένας κοντά μας.
Ο άντρας μου δεν μπορούσε να μετακινήσει τη μαμά μου.
Εγώ να προσπαθώ να σβήσω τη φωτιά.
Όταν ο άντρας μου είδε ότι δεν μπορούμε να σώσουμε τη μαμά μου πήρε εμένα και με κατέβασε σε μια μικρή παραλία.
Φτάνοντας στην παραλία, κάθισα λίγο στο νερό και βγήκα, γιατί είχα αφόρητους πόνους από το έγκαυμα.
Ήμουν σε κατάσταση σοκ ξέροντας ότι είχα αφήσει τη μητέρα μου από πάνω και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Βίωσα πάρα πολύ δύσκολα πράγματα.
Με καταδικάσανε να έχω τύψεις ότι εγκατέλειψα τη μητέρα μου και να το έχω βάρος σε όλη μου τη ζωή.
Πρώτη φορά μιλήσαμε στις 18.30 που η μητέρα μου είχε εγκλωβιστεί σε μια πολυκατοικία. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, είχε καεί και ζητούσε να πάμε να την πάρουμε.
Ξανακάλεσα και άκουγα κραυγές, δεν μπορούσα να καταλάβω τι γίνεται. Κάποια στιγμή απάντησε και μου είπε που βρισκότανε.
Ξαναπήρα την Αστυνομία και τους είπα που βρισκότανε, τους ζήτησα να πάνε να τη σώσουν. Έπαιρνα συνέχεια τη μαμά μου τηλέφωνο, δεν σταμάτησα να την παίρνω ούτε ένα λεπτό, επί μιάμιση ώρα.
Τελευταία φορά μου απάντησε στις 21.06 το βράδυ. Μιλήσαμε, ήταν ζωντανή και ήταν η τελευταία φορά που μίλησα μαζί της. Πριν το κλείσουμε, μου είπε ότι πεθαίνει και ότι με αγαπάει. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήταν ζωντανή μέχρι εκείνη την ώρα, ότι ήταν 48 ετών, ήταν υγιέστατη, ήθελε να κρατηθεί στη ζωή και δεν πήγε κανείς να τη βοηθήσει. Κανείς»
Γύρισα σπίτι να ψάξω να τη βρω. Εκείνο το βράδυ αναζητώντας την κάηκαν τα παπούτσια μου και ήμουν με τις κάλτσες.
Έφτασα ξανά στο σπίτι. Οι αστυνομικοί μου είπαν ότι είναι πολλοί οι καμένοι.
Ψάχνοντας τους σάκους είδα ένα δαχτυλίδι στο χέρι. Πήρα φωτογραφία του νεκρού που κείτονταν μπροστά μου.
Πήρα τηλέφωνο τη γυναίκα μου και της έστειλα τη φωτογραφία.
Μόλις είδε το δαχτυλίδι, είδε ότι ήταν οι βέρες του παππού μου και του πατέρα μου που τα είχε ενώσει και της το είχε κάνει δώρο.
Ο δρόμος προς την λεωφόρο Μαραθώνος ήταν απροσπέλαστος από τις φλόγες…
Αν υπάρχει κόλαση έτσι πρέπει να είναι. Το αυτοκίνητο, που επέβαιναν η αδερφή και η μητέρα μου άρχισε να καίγεται.
Τις βρήκα δέκα μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο στο δρόμο εξουθενωμένες και με σοβαρά εγκαύματα. Τις έβαλα στο δικό μου αυτοκίνητο ήταν καμένες. Βγήκα στη Μαραθώνος και πήγα στο κέντρο υγείας στη Νέα Μάκρη. Συνάντησα μπλόκο της αστυνομίας και μου είπαν ότι θα πας μέσα από το Μάτι.
Νόμιζα ότι κάτι ήξεραν.
Μόλις μπήκα στο Μάτι κατάλαβα ότι αν δεν έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου θα καιγόμασταν όλοι.
Ξαναβγήκα στη Λεωφόρο Μαραθώνος με κατεύθυνση προς την Αθήνα. Φτάσαμε στο Ιατρικό Κέντρο στο Μαρούσι και από εκεί μας έστειλαν στον Ευαγγελισμό, όπου τις διασωλήνωσαν. Τις έχασα ωστόσο και τις δύο».
Ο πατέρας μου στις 17.40 ήταν ζωντανός και έβλεπε την φωτιά στην Κινέτα. Δεν κατάλαβε τίποτα. Ήταν μόνος. ‘Εχασε την ζωή του εκατό μέτρα από το σπίτι. Είχε χρόνο να σωθεί.
Συνάντησα τον αδελφό μου και μέχρι τις δέκα το βράδυ κινούμασταν κοντά στο Κόκκινο Λιμανάκι. Είδα έναν νεκρό κάτω. Νόμιζα ότι είχε λιποθυμήσει. Ήταν κι ένας αστυνομικός που “τα είχε παίξει”. Κάποια στιγμή άνοιξαν το δρόμο και φτάσαμε στο σπίτι. Η κατάσταση δεν περιγράφεται.
Αναθάρρησα όταν είδα ένα σκυλί μας ζωντανό. Περάσαμε πολλές φορές δίπλα από τη μητέρα μου. Δεν την καταλάβαμε. Είχε απανθρακωθεί.
Προσπαθήσαμε να φύγουμε με το αυτοκίνητο αλλά ήδη μας έφτασε η φωτιά ερχόταν ένα θερμικό κύμα παρά πολύ καυτό. Αναφλέγονταν τα πάντα. Καίγονταν τα φώτα, τα λάστιχα των αυτοκινήτων. Δεν έβρισκα τα κλειδιά και είπα στη σύζυγο και το γιο μου να φύγουν τρέχοντας, εγώ θα εμένα πίσω να σώσω τη μητέρα μου. Ήταν 92 χρόνων.
Είχε παγώσει δε μπορούσε να βγει από το αυτοκίνητο. Με χτύπησε το θερμικό κύμα, έχω εγκαύματα στην πλάτη, τα χέρια. Τότε σκέφτηκα ότι έχω οικογένεια.
Άφησα τη μητέρα μου να καεί για να τρέξω να σωθώ εγώ και να ζήσω την οικογένεια μου. Αυτή είναι μια κατάσταση που δεν πρέπει κανείς να ζήσει.
Δεν υπήρχε επιλογή να φτάσουμε οδικώς στην περιοχή.
Ο σύζυγός μου ήθελε να πηδήξει στο γκρεμό, να πέσει στη θάλασσα και να φτάσει στους γονείς μας. Λίγο πριν τις 5 τα ξημερώματα, με παίρνει ο ξάδελφός μου και μου λέει πως τους έχει δηλώσει στην Αστυνομία ως αγνοούμενους.
Απάντηση ήρθε αργότερα, πως κλιμάκιο επισκέφτηκε το σπίτι και δε βρήκαν κάποιον μέσα.
Πήγε η Αστυνομία σ’ ένα σπίτι 70τμ και δε βρήκε δύο πτώματα.
Απλά, η Αστυνομία δεν έψαξε όταν μας είπαν πως οι γονείς μου δε βρέθηκαν. Γύρω στις 9 το πρωί, φτάσαμε εκεί και βρήκαμε τους γονείς μου απανθρακωμένους στη κουζίνα.
«Τα είδα όλα. Πτώματα σε κατάσταση Πομπηίας. Τη χάσαμε τη μητέρα μου
Η φωτιά μας αιφνιδίασε στο σπίτι. Ήταν φρίκη, ήταν κόλαση.
Ο άντρας μου είχε τον εγγονό και εγώ τη μικρή. Από ένα παιδί, αγκαλιασμένα για να τα προφυλάξουμε …
Καήκαμε μέχρι να φτάσουμε στη θάλασσα. Μας πρόλαβε το θερμικό κύμα. Κανείς δεν μας ειδοποίησε.
Ήθελα να σώσω τα παιδιά μου.
Δεν ήξερα αν ζούνε τα παιδιά μου. Ένιωθα για πρώτη φορά στη ζωή μου ανήμπορος.
Ανίκανος να σώσω τα παιδιά μου. Δεν το έχω ξανανιώσει ποτέ αυτό.
Ξεκίνησα να βγάζω τα ρούχα μου, να πάω κολυμπώντας. Κάπου εκεί χτύπησε το τηλέφωνό μου. Η σύζυγός μου με ενημέρωσε πως η κόρη μας, είναι ζωντανή και ο γιός μου αν κατάλαβα καλά.
Μια εβδομάδα μετά άκουσα ότι πτώμα νεαρού άνδρα ξεβράστηκε στο λιμάνι της Ραφήνας. Με έπιασε ταραχή. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν το παιδί μου.
Μία εβδομάδα στη θάλασσα… δεν μπόρεσα να τον αποχαιρετήσω.
Πήγα και έδωσα DNA. Μετά περιμέναμε τον ιατροδικαστή. Το φέρετρο του ήταν σφραγισμένο, και έτσι τον αποχαιρετήσαμε.
Ο ανακριτής και ο ιατροδικαστής μας είπε ότι ο γιος μου δεν υπέφερε.
Πρώτα λιποθύμησε από τον καπνό και μετά κάηκε. Ήταν ένα είδος παρηγοριάς για εμάς.
Ο γιος μου επέστρεφε από την εργασία του στο σπίτι μας στο Μαραθωνα.
Εγκλωβίστηκε στο δρόμο του θανάτου, όπως τον λέμε πια. Τους οδηγούσαν προς αυτό το δρόμο.
Η σύζυγος μου δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας. Από εκείνη την ημέρα κλείστηκε στον εαυτό της. Ύστερα από λίγο καιρό έπαθε καρδιακή προσβολή την ώρα του ύπνου.
Ο άντρας μου ήταν ένας από αυτούς που είχαν εκτραπεί από την Αστυνομία προς το Κόκκινο Λιμανάκι, χωρίς να έχουν καμία δουλειά εκεί. Οδηγήθηκε στο Μάτι, οδηγήθηκε να πεθάνει.
Στις 17.20 έφυγαν με τον γιό μου για το αεροδρόμιο. Πήγε το γιο μου στο αεροδρόμιο και επέστρεφε. Με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε τώρα βγαίνω Μαραθώνος από το Πικέρμι. Έχασε τη ζωή του τελείως αναίτια, από την εγκληματική διαχείριση της πυρκαγιάς από τις Αρχές.
Στις 29 Ιουλίου ταυτοποιήθηκαν και οι τέσσερις και να πάμε να τους παραλάβουμε από το Σχιστό. Βρεθήκαμε μπροστά σε τέσσερα φέρετρα, του Πάρη ήταν λευκό. Βρήκαμε μόνο δύο τάφους, βάλαμε αδελφή μου και τον γαμπρό μου μαζί και τη μητέρα με τον ανιψιό μου.
Από τη μία στιγμή στην άλλη βρεθήκαμε και χωρίς την οικογένεια και με ένα παιδί ορφανό. “Εγώ τώρα τι θα γίνω;”, μου είπε ο ανιψιός μου. “Θα μείνεις εδώ πάνω μαζί μου”, του απάντησα.
Ο πατέρας μου βρέθηκε στο Κόκκινο Λιμανάκι με το οποίο εμείς δεν είχαμε καμία σχέση. Αν είχαν γυρίσει τον κόσμο πίσω, δεν θα υπήρχαν τόσοι νεκροί. Ο πατέρας μου βρέθηκε εκεί διότι άκουσε την ελληνική αστυνομία.
Τους έστειλαν εκεί και τους έκαψαν. Οι γονείς μου είχαν πάει την ημέρα της καταστροφής στη Νέα Μάκρη. Επέστρεψαν και επειδή ξέχασε ο πατέρας μου τα κλειδιά πήγε να πάρει.
Δεν είχε καμία ενημέρωση
Στο Μάτι υπήρχαν παντού τέφρες. Και μια μυρωδιά θανάτου παντού.
Όλα λιωμένα. Τα μέταλλα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι συνέβαινε αυτό. Πέρασαν τρεις μέρες, έψαχνα να βρω το πτώμα.
Πήγαμε στο Σχιστό… Ήταν 150 πτώματα σε κίτρινες σακούλες. “Τραβάτε να δείτε αν είναι κάποιος δικός σας”. Μετά άλλαξαν γνώμη και μας έστειλαν στο Γουδί.
Μετά μας είπαν για να δώσουμε DNA και τελικά με ειδοποίησαν ότι αναγνωρίστηκε το παιδί. Οι παππούδες του και ο θείος του αναγνωρίστηκαν αργότερα. Με λυπεί πολύ η σκέψη ότι βρήκαν έναν θάνατο τραγικό.
Και ο Δημήτρης που ήταν ένα παιδάκι Άγιο δεν θα μπορέσει να δει τους συμμαθητές τους, να δει τους φίλους τους, να έχει ένα όμορφο μέλλον, όπως φανταζόμουν ότι θα έχει. Δεν μπορώ να το πιστέψω.
Μου λείπει συνέχεια το παιδί. Είναι σαν έχει φύγει ένα κομμάτι μου. Είναι σαν να πέθανα και εγώ. Ήταν το καμάρι μου. Ήταν η ελπίδα μου για κάτι όμορφο. Έχει παγώσει το μυαλό μου. Βλέπω το παιδί στον ύπνο μου κάθε βράδυ.
Στο βωμό των προσωπικών τους φιλοδοξιών έκαψαν το παιδί μου, τους γονείς μου και τον αδερφό μου. Ένα οκτάχρονο παιδί να είχαν βάλει να το διαχειριστεί θα το είχε κάνει πολύ καλύτερα, όχι όλοι αυτοί…
Έψαχνα πολλές μέρες μαζί με τις κόρες και την αδελφή της Στέλλας.
Ταυτοποιήθηκε απανθρακωμένη 5 μέρες μετά. Δεν υπήρχε από πουθενά βοήθεια. Δεν ειδοποιήθηκε ο κόσμος.
Μου φωνάζει η γυναίκα μου “το παιδί!” και το τυλίγω με την πετσέτα. Ανοίγω την πόρτα του οδηγού. Το διπλανό αυτοκίνητο είχε άνθρωπο καμένο μέσα. Έτρεχα με όλη μου τη δύναμη προς τη θάλασσα. Έβλεπα γύρω στα 5-6 μέτρα.
Στο δρόμο για τη θάλασσα βρήκα μια ηλικιωμένη κυρία. Δεν ξέρω αν τα κατάφερε.
Όλα αυτά 50 μέτρα από τη θάλασσα!
Φτάνω και με την κουβέρτα που είχα τυλίξει το παιδί μου, που κάηκε σε πολλά σημεία, μπήκαμε στη θάλασσα και σκεπαστήκαμε με αυτή.
Άλλοι που δεν είχαν πετσέτα καιγόντουσαν μέσα στη θάλασσα. Έπεφταν οι καύτρες. ‘
Όταν καλυτέρεψε η κατάσταση επέστρεψα να ψάξω για τη σύζυγό μου. Όσο περπατούσα έβλεπα τα πάντα καμένα.
Όταν έφτασα στο αμάξι βρήκα ένα κουφάρι, έναν απανθρακωμένο βράχο. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν η γυναίκα μου αυτή. Συνάντησα ανθρώπους καμένους και πεθαμένους. Είτε στη στεριά, σε δρόμους παντού.
Η κόρη μου με τον άντρα της και το μωρό τους είχαν πάει για μία και μοναδική μέρα στο Μάτι, περαστικοί, γυρνώντας από τις διακοπές τους, φιλοξενούμενοι σε φίλους.
Το πρωί που μιλήσαμε στο τηλέφωνο μου είπε «Μπαμπά, είναι παράδεισος εδώ». Το απόγευμα η κόρη μου ξύπνησε τον γαμπρό μου από τους καπνούς. Αποφάσισαν να φύγουν.
Ο γαμπρός μου πήρε το παιδί τους και έφυγε προς τη θάλασσα. Η κόρη μου κάηκε… Εκατό σαράντα βήματα δικά μου ήταν η θάλασσα και μέχρι να φύγουν το σπίτι είχε πάρει φωτιά. Δεν μπορώ να διανοηθώ πώς έγινε και κάηκε η κόρη μου σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα.
Αν κάποιος τους ειδοποιούσε πιο νωρίς, ως όφειλε, θα είχε σωθεί η κόρη μου και τόσοι άλλοι.
Πιο βαθιά άκουσα μια γυναίκα να παρακαλεί να βοηθήσουμε τον πατέρα της. Προσπαθούσαν να κολυμπήσουν κρατώντας τον μαζί τους, ενώ εκείνος έλεγε, παιδιά αφήστε με, εγώ είμαι μεγάλος άνθρωπος.
Σκεφτόμουν πως δεν θα μπορούσα να ξανακοιμηθώ αν γλίτωνα από αυτό. Μετά από λίγο ακούσαμε φωνές μέσα στη θάλασσα.
Ήταν δύο ανήλικα παιδάκια γραπωμένα επάνω στον πατέρα τους. Το ένα το κοριτσάκι το έλεγαν Λυδία και με ρώτησε «πιστεύετε πως θα επιζήσουμε;
Της είπα ναι, αλλά το είπα για να την εμψυχώσω, δεν το πίστευα.
Ανεβάσανε ένα κοριτσάκι με τη γιαγιά του. Ήταν πνιγμένη. Της κάνανε μαλάξεις και δεν συνήλθε.
Το σπίτι μας απέχει 400 μέτρα από τη θάλασσα. Όταν φτάσαμε εκεί, ο σύζυγός μου είχε εισπνεύσει τόσο πολύ αυτό το δηλητήριο που δεν είχε δυνάμεις, κατέρρευσε. Η πέτσα του έπεφτε κάτω. Έμεινα δίπλα στο νεκρό σύζυγό μου μέχρι τα μεσάνυχτα. Κάποια στιγμή μου λένε αυτή είναι η τελευταία βάρκα. Δεν μπορώ να τον αφήσω τους λέω.
Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα να φεύγεις και να αφήνεις πίσω τον άνθρωπο σου νεκρό. Ήταν γυμνός όπως σηκώθηκε από το κρεβάτι με ένα σορτσάκι.
Πήγαμε στο Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης και εκεί τον ρώτησαν αν είχε καεί από κατσαρόλα με νερό.
Δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε 5 χλμ μακριά τους.
Ο πατέρας μου μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ όπου τους ανθρώπους τους είχαν σε μια απλή αίθουσα. Στις 26 Ιουλίου κατέληξε μέσα στο ΚΑΤ.
Υγ: Δίκη για το Μάτι, αποσπάσματα μαρτυριών που διαβάσατε πιο πάνω.
Κι αν κάποιος πει «δεν αντέχω» να σκεφτεί πως κάποιοι «άντεξαν» και τα έζησαν.
Τους οφείλουμε να τα κοινοποιήσουμε για την ηθική τους δικαίωση.
Ανάρτηση:Marina Karyda
Προβολές : 438
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες, θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας, για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης, σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολογίου, μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε, καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιοδνήποτε τρόπο, το ιστολόγιο. Ο διαχειριστής του ιστολογίου, δεν ευθύνεται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Τονίζουμε ότι υφίσταται μετριασμός των σχολίων και παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, να έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα:
- Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές ή χυδαιολογίες.>
- Μην δημοσιεύετε άσχετα με το θέμα σχόλια.
- Ο κάθε σχολιαστής, οφείλει να διατηρεί ένα μόνον όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
- Με βάση τα παραπάνω, η διαχείριση, διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων, χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
- Επιπλέον σας τονίζουμε, ότι το ιστολόγιο, λειτουργεί σε εθελοντική βάση και ως εκ τούτου, τα σχόλια θα αναρτώνται μόλις αυτό καταστεί δυνατόν.
.
ΝΑΙ…
.