Εξάρχου, Περιστέρης, Τσάκος, Γκιλφόιλ,Παπασταύρου και Τσάφος: Ποιοι κάνουν τις μεγάλες μπίζνες πίσω από το «εθνικό συμφέρον»; Η Ελλάδα στον βωμό του αμερικανικού LNG- –
Αυτή ειναι η μεγάλη εικόνα.Αλέξανδρος Εξάρχου, Γιώργος Περιστέρης, Νικόλας Τσάκος, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, Σταύρος Παπασταύρου, Νίκος Τσάφος. Επιχειρηματίες, εφοπλιστές, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και η αμερικανική διπλωματία συναντιούνται γύρω από μια τεράστια αναδιάταξη της ελληνικής ενεργειακής αγοράς.
Μια αναδιάταξη με συμφωνίες δισεκατομμυρίων, προσδοκώμενα επιχειρηματικά κέρδη, δημόσιες ενεργειακές υποδομές που αλλάζουν χρήση ή οδηγούνται σε αποξήλωση και μια κυβέρνηση που παρουσιάζει το σύνολο αυτού του σχεδιασμού ως εθνική επιτυχία.
Και στη μέση ο Έλληνας πολίτης. Εκείνος που πλήρωσε τις ενεργειακές υποδομές, πληρώνει πανάκριβα το ηλεκτρικό ρεύμα και καλείται τώρα να πιστέψει ότι η μετατροπή της χώρας σε εμπορικό διάδρομο του αμερικανικού φυσικού αερίου αποτελεί αυτομάτως εγγύηση για το μέλλον του.
Η εικόνα που προκύπτει είναι εξαιρετικά…καθαρή.Αρκεί να μαζέψεις όλα τα κομμάτια του παζλ.
Ο Αλέξανδρος Εξάρχου, επικεφαλής του ομίλου AKTOR, πρωταγωνιστεί στις συμφωνίες για τη διακίνηση αμερικανικού LNG μέσω της Ελλάδας, με τον όμιλό του να έχει παρουσιάσει προσδοκίες κερδών που φτάνουν έως τα 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος εικοσαετίας.
Ο Γιώργος Περιστέρης, επικεφαλής της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, βρίσκεται στην πλευρά των μεγάλων ενεργειακών κατασκευών, με την ΤΕΡΝΑ να έχει αναλάβει τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου, έναντι εκτιμώμενου τιμήματος 400 έως 420 εκατομμυρίων ευρώ.
Ο εφοπλιστής Νικόλας Τσάκος εμφανίζεται στα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα της Wall Street Journal για τα πολυτελή ταξίδια και τη φιλοξενία της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, με την αμερικανική εφημερίδα να αναφέρει ότι κάλυψε δαπάνες διαμονής της στο Παρίσι.
Και η ίδια η κα. Γκιλφόιλ, που μέχρι πριν από λίγες ημέρες παρουσιαζόταν ως πολύτιμη διπλωματική σύμμαχος της Ελλάδας και πρωταγωνίστρια των ενεργειακών συμφωνιών, οδηγήθηκε στην έξοδο από την αμερικανική πρεσβεία, μετά τις αποκαλύψεις για τις σχέσεις της με επιχειρηματικά συμφέροντα και τις καταγγελίες περί αθέμιτης άσκησης επιρροής.
Όλα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι οι συγκεκριμένοι επιχειρηματίες έχουν διαπράξει παρανομίες. Αποκαλύπτουν, όμως, ένα δίκτυο πολιτικών, διπλωματικών και επιχειρηματικών σχέσεων που απαιτεί εξονυχιστικό δημόσιο έλεγχο.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος επιχειρηματίας θα κερδίσει από τις νέες ενεργειακές συμφωνίες. Είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει τα προσδοκώμενα κέρδη συγκεκριμένων επιχειρηματικών ομίλων ως αυτονόητο εθνικό συμφέρον, χωρίς να αποδεικνύει με την ίδια σαφήνεια τι ακριβώς κερδίζει η ελληνική κοινωνία.
Και κυρίως, γιατί την ώρα που ανοίγουν αυτές οι τεράστιες επιχειρηματικές ευκαιρίες, η Ελλάδα σχεδιάζει να αποσύρει οριστικά ενεργειακές εγκαταστάσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν στρατηγική εφεδρεία σε μια περίοδο πρωτοφανούς γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
-Η Wall Street Journal αποκαλύπτει το παρασκήνιο που η ελληνική κυβέρνηση δεν θέλει να συζητήσει-
Όσα γράφαμε τις προηγούμενες ημέρες για την Κίμπερλι Γκιλφόιλ και τις αποκαλύψεις της Wall Street Journal δεν αποτελούν πλέον μια μεμονωμένη δημοσιογραφική υπόθεση.
Αποτελούν το πρώτο κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου παζλ.
Η αμερικανική εφημερίδα αποκάλυψε ότι η κα. Γκιλφόιλ προωθούσε ενεργά συμφωνίες φυσικού αερίου στη νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Αλέξανδρο Εξάρχου, τον επικεφαλής του επιχειρηματικού ομίλου που είχε άμεσο οικονομικό συμφέρον από αυτές τις συμφωνίες.
Σύμφωνα με την έρευνα, ο κ.Εξάρχου γνωρίστηκε με τη κα. Γκιλφόιλ την 1η Νοεμβρίου 2025, όταν εκείνη έφτασε στην Αθήνα.
Μόλις τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 5 Νοεμβρίου, ο Χρήστος Μαραφάτσος άρχισε επισήμως να δραστηριοποιείται ως λομπίστας της AKTOR στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τα αμερικανικά μητρώα άσκησης επιρροής, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, κατέγραφαν πληρωμές ύψους 160.000 δολαρίων προς τον Μαραφάτσο έως τον Ιούνιο του 2026, με αντικείμενο τη δημιουργία επαφών με τον Λευκό Οίκο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας.
Εδώ δεν μιλάμε για εικασίες.
Μιλάμε για καταγεγραμμένη δραστηριότητα lobbying, η οποία μπορεί να είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία όταν συνδέεται με συμφωνίες τεράστιας οικονομικής αξίας και με τη δράση της αμερικανικής πρεσβείας.
Η Wall Street Journal περιέγραψε μάλιστα την παρουσία του Μαραφάτσου σε επίσημες επαφές της κας.Γκιλφόιλ με ξένους αξιωματούχους, εγείροντας ερωτήματα για τα όρια ανάμεσα στη διπλωματική εκπροσώπηση των ΗΠΑ και στην προώθηση ιδιωτικών συμφερόντων.
Η AKTOR, μέσω των δικηγόρων της, έχει απορρίψει την κατηγορία ότι η πρέσβειρα προωθούσε αθέμιτα τα συμφέροντα της εταιρείας.
Αλλά το ζήτημα της διαφάνειας παραμένει.
Ποιος καθόριζε την ατζέντα αυτών των επαφών; Η αμερικανική ενεργειακή στρατηγική, η ελληνική εξωτερική πολιτική ή οι εμπορικές επιδιώξεις των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στις συμφωνίες;
– Το ιδιωτικό τζετ του Εξάρχου, το Νταβός και η διπλωματία της πολυτέλειας-
Η δεύτερη αποκάλυψη της Wall Street Journal ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτική για τη φύση αυτών των σχέσεων.
Τον Ιανουάριο του 2026, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, η κα.Γκιλφόιλ καταγράφηκε σε συνομιλία να περιγράφει τις σχέσεις της με ισχυρούς Έλληνες επιχειρηματίες.
Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, ανέφερε ότι είχε ταξιδέψει στο Νταβός με ιδιωτικό αεροσκάφος μαζί με τον Αλέξανδρο Εξάρχου.
Στην ίδια συνομιλία, φέρεται να μιλούσε με ιδιαίτερη οικειότητα για τον επιχειρηματία, τον οποίο αποκαλούσε «δικό της άνθρωπο».
Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν το περιεχόμενο της συζήτησης για τις δυνατότητες πρόσβασης στο περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ.
Η κα. Γκιλφόιλ, σύμφωνα με το ηχητικό υλικό που επικαλέστηκε η Wall Street Journal, εμφανιζόταν να υπόσχεται σε Αμερικανό επιχειρηματία τεράστιες δυνατότητες διασυνδέσεων και οικονομικών ευκαιριών.
Δεν χρειάζεται κανείς να αποδώσει ποινικές ευθύνες για να αντιληφθεί τη σοβαρότητα αυτής της εικόνας.
Μια εν ενεργεία πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών περιγράφει τις στενές σχέσεις της με επιχειρηματίες, μιλά για ιδιωτικές μετακινήσεις και εμφανίζεται να συνδέει την πολιτική της πρόσβαση με επιχειρηματικές προοπτικές.
Και όλα αυτά συμβαίνουν την περίοδο που προωθούνται συμφωνίες αμερικανικού φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή.
Πόσο θεσμικά καθαρή είναι αυτή η σχέση;
Ποιος πληρώνει τα ταξίδια; Ποιος αποκτά πρόσβαση σε κυβερνητικά κέντρα αποφάσεων; Και ποιος τελικά ωφελείται από αυτή την πρόσβαση;
-Ο Νικόλας Τσάκος, το Παρίσι και το Four Seasons George V-
Στο ίδιο αποκαλυπτικό ρεπορτάζ εμφανίζεται και ο εφοπλιστής Νικόλας Τσάκος, επικεφαλής της Tsakos Energy Navigation.
Η κα.Γκιλφόιλ, σύμφωνα με την ηχογράφηση που περιγράφει η Wall Street Journal, αναφέρθηκε στη στενή προσωπική σχέση της με τον Έλληνα εφοπλιστή, στις συναντήσεις τους και στις κοινές τους μετακινήσεις.
Η αμερικανική εφημερίδα ανέφερε ότι η κα. Γκιλφόιλ ταξίδεψε στο Παρίσι για εκδήλωση μόδας της συζύγου του κ.Τσάκου και ότι ο εφοπλιστής κάλυψε τη διαμονή της στο πολυτελές Four Seasons Hotel George V.
Ο κ.Τσάκος και η σύζυγός του δεν απάντησαν στα αιτήματα της εφημερίδας για σχολιασμό, ενώ η αμερικανική πρεσβεία είχε υποστηρίξει ότι η Γκιλφόιλ τηρούσε τους κανόνες δεοντολογίας και δήλωσης δώρων.
Εδώ χρειάζεται μια απολύτως σαφής διάκριση: το συγκεκριμένο δημοσίευμα δεν αποδεικνύει ότι ο Τσάκος εξασφάλισε κάποιο παράνομο επιχειρηματικό αντάλλαγμα. Ούτε τεκμηριώνει ότι συμμετείχε στις ίδιες εμπορικές συμφωνίες με την AKTOR.
Αναδεικνύει, όμως, το ζήτημα της οικονομικής φιλοξενίας μιας εν ενεργεία διπλωμάτη από ισχυρούς επιχειρηματίες.
Και όταν μια πρέσβειρα εμφανίζεται να απολαμβάνει τέτοιου είδους παροχές, την ώρα που η διπλωματική της δραστηριότητα συνδέεται με μεγάλα επιχειρηματικά σχέδια, η διαφάνεια δεν αποτελεί λεπτομέρεια.
Αποτελεί θεσμική υποχρέωση.
-Η αποπομπή της Γκιλφόιλ και η σιωπή εκείνων που την αποθέωναν-
Την περασμένη , ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε ότι ζητήθηκε από την Κίμπερλι Γκιλφόιλ να αποχωρήσει από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Η ίδια απέρριψε τις καταγγελίες και δήλωσε ότι θα υπερασπιστεί την υπόληψη και την ακεραιότητά της.
Η αποπομπή δεν συνιστά απόδειξη των καταγγελιών. Αποτελεί, ωστόσο, μια εξαιρετικά σοβαρή πολιτική εξέλιξη, που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το κύμα αποκαλύψεων.
Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα
Πού βρίσκονται σήμερα όλοι εκείνοι που παρουσίαζαν την κα.Γκιλφόιλ ως μεγάλη διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας;
Πού βρίσκονται τα μέσα ενημέρωσης που πρόβαλλαν σχεδόν κάθε δημόσια εμφάνισή της, αλλά δεν αφιέρωσαν ανάλογο χώρο στη διερεύνηση των επιχειρηματικών της σχέσεων;
Πώς είναι δυνατόν να χρειάζεται μια αμερικανική εφημερίδα για να μάθουμε ποιοι Έλληνες επιχειρηματίες ταξίδευαν μαζί της, ποιοι φέρονται να πλήρωναν τη φιλοξενία της και ποιοι επιδίωκαν πρόσβαση στην αμερικανική εξουσία;
Η δημοσιογραφία δεν κρίνεται μόνο από όσα δημοσιεύει. Κρίνεται και από όσα επιλέγει να μην ερευνήσει. Από τις ερωτήσεις που δεν υποβάλλει. Από τους ισχυρούς που δεν ενοχλεί.
Και στην υπόθεση της κας.Γκιλφόιλ, ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής ενημέρωσης οφείλει εξηγήσεις για τις προτεραιότητές του.
– Ο Εξάρχου και τα 1,8 δισεκατομμύρια: Αυτά είναι τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη πίσω από τις εθνικές θριαμβολογίες –
Ας αφήσουμε για λίγο τα ιδιωτικά αεροσκάφη και τις διπλωματικές δεξιώσεις και ας πάμε εκεί όπου βρίσκεται η ουσία.
Στα χρήματα.
Η Atlantic SEE LNG Trade δημιουργήθηκε με τη συμμετοχή της AKTOR και της ΔΕΠΑ Εμπορίας, με ποσοστά 60% και 40% αντίστοιχα.
Πρόκειται για την εταιρεία που φιλοδοξεί να αποκτήσει κεντρικό ρόλο στην προμήθεια και εμπορική διακίνηση αμερικανικού LNG μέσω της Ελλάδας προς τη νοτιοανατολική Ευρώπη.
Επικεφαλής της είναι ο Αλέξανδρος Εξάρχου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, οι προσδοκίες για τα προ φόρων κέρδη του ομίλου AKTOR από τις συμφωνίες φυσικού αερίου φτάνουν έως τα 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος είκοσι ετών.
Δεν πρόκειται για ήδη πραγματοποιημένα κέρδη. Πρόκειται για επιχειρηματικές προβλέψεις, που εξαρτώνται από την υλοποίηση των συμφωνιών.
Αλλά το μέγεθος είναι απολύτως ενδεικτικό των οικονομικών συμφερόντων που διακυβεύονται.
Και εδώ υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Την ώρα που η κυβέρνηση παρουσιάζει τις συμφωνίες περι Κάθετου Διαδρόμου ως στρατηγική κατάκτηση, η Wall Street Journal καταγράφει σοβαρές αβεβαιότητες για τη δυνατότητα υλοποίησής τους.
Η Αλβανία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που αποδίδονται στο υπουργείο Ενέργειάς της, διατηρεί επιφυλάξεις για την οικονομική βιωσιμότητα του σχεδίου.
Η ουκρανική Naftogaz έχει αναφέρει διακοπή σχετικών διαπραγματεύσεων.
Και η ρουμανική Transgaz εμφανίζεται να επισημαίνει ότι το σχετικό μνημόνιο κατανόησης έχει λήξει.
Η συμφωνία που προωθήθηκε στην Αλβανία παρουσιάστηκε ως σχέδιο δυνητικής αξίας περίπου 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με χρονικό ορίζοντα έως το 2050. Πρόκειται, όμως, για δυνητικό εμπορικό αντικείμενο και όχι για ήδη εξασφαλισμένα έσοδα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά;
Ότι πίσω από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στις πραγματικές εμπορικές δεσμεύσεις.
Και όταν ένα σχέδιο παρουσιάζεται ως εθνική στρατηγική, ενώ η οικονομική του βιωσιμότητα εξακολουθεί να εξαρτάται από διαπραγματεύσεις και μελλοντικές αποφάσεις άλλων κρατών, τότε οι πανηγυρισμοί δεν είναι ενημέρωση. Είναι πολιτική διαφήμιση.
Ο Αλέξανδρος Εξάρχου, μετά τις εξελίξεις γύρω από τη Γκιλφόιλ, έσπευσε να αναδείξει δημόσια τη συμβολή της στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου.
Αυτό αποτελεί επιχειρηματικά κατανοητή τοποθέτηση.
Εκείνο που δεν είναι κατανοητό είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν επιδεικνύει την ίδια προθυμία να παρουσιάσει μια αναλυτική, δημόσια αποτίμηση των πραγματικών ωφελειών και κινδύνων για τη χώρα.
– Ο Περιστέρης, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η Πτολεμαΐδα 5: Πληρώσαμε 1,5 δισ. για λιγνίτη και τώρα πληρώνουμε άλλα 420 εκατομμύρια για φυσικό αέριο –
Εδώ η ιστορία αποκτά μια δεύτερη, εξίσου αποκαλυπτική επιχειρηματική διάσταση.
Ο Γιώργος Περιστέρης, επικεφαλής της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, βρίσκεται στο επίκεντρο ενός ακόμη μεγάλου ενεργειακού έργου.
Η ΤΕΡΝΑ έχει αναλάβει τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 από λιγνιτική μονάδα σε μονάδα φυσικού αερίου, με εκτιμώμενο τίμημα 400 έως 420 εκατομμύρια ευρώ.
Η Πτολεμαΐδα 5 είναι μια σύγχρονη εγκατάσταση για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ.
Μια επένδυση τεράστιας αξίας, που κατασκευάστηκε για την αξιοποίηση του εγχώριου λιγνίτη, αλλά πλέον σχεδιάζεται να λειτουργήσει με εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Η ανάθεση του έργου στην ΤΕΡΝΑ δεν αποδεικνύει κάποια παρανομία ή αθέμιτη σχέση με την κυβέρνηση.
Αναδεικνύει, όμως, ποιοι αποκτούν σημαντικό κατασκευαστικό αντικείμενο από τις αποφάσεις αλλαγής του ενεργειακού μοντέλου.
Και δημιουργεί μια πολιτική αντίφαση που απαιτεί απάντηση.
Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα διαθέτει μια σύγχρονη λιγνιτική εγκατάσταση στην οποία έχουν επενδυθεί τεράστια ποσά.
Από την άλλη, αποφασίζει να δαπανήσει εκατοντάδες εκατομμύρια για να τη μετατρέψει σε μονάδα που θα χρειάζεται φυσικό αέριο.
Και την ίδια περίοδο, συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί όμιλοι αναπτύσσουν δραστηριότητα στην εισαγωγή και εμπορία αμερικανικού LNG.
Δεν ισχυρίζομαι ότι οι συμφωνίες αυτές αποτελούν ενιαίο παράνομο σχέδιο. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν κάτι τέτοιο.
Αλλά η σύμπτωση των οικονομικών συμφερόντων με τη στρατηγική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής δημιουργεί την ανάγκη ουσιαστικού ελέγχου.
Ποιος συνέταξε τις τεχνικοοικονομικές μελέτες; Πόσο θα κοστίσει συνολικά η νέα μονάδα; Ποιο θα είναι το κόστος παραγωγής; Πώς θα επηρεάζεται από τις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου;
Και, κυρίως, γιατί δεν έχει παρουσιαστεί με την ίδια δημοσιότητα το εναλλακτικό σενάριο διατήρησης της μονάδας ως στρατηγικής εφεδρείας;
Γιατί όταν μια ενεργειακή πολιτική δημιουργεί νέες δουλειές εκατοντάδων εκατομμυρίων για μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους, η κυβέρνηση οφείλει να αποδεικνύει ότι αυτές οι δουλειές αποτελούν αναγκαίες και συμφέρουσες επιλογές για τη χώρα.
Δεν αρκεί να διαβεβαιώνει ότι όλα γίνονται για το καλό μας.
– Η καταγγελία Πολάκη για τον Τσάφο: Ποιος αποφάσισε ότι οι λιγνιτικές μονάδες δεν πρέπει να ξανανοίξουν ποτέ; –
Στις 23 Απριλίου 2026, ο Παύλος Πολάκης κατήγγειλε από το βήμα της Βουλής ότι ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος είχε μεταφέρει σε σύσκεψη 17 ανώτερων τεχνικών διευθυντών της ΔΕΗ τον σχεδιασμό για το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων.
Η βαρύτερη καταγγελία αφορούσε τον τρόπο απόσυρσής τους, έτσι ώστε να μην μπορούν να επαναλειτουργήσουν.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον των λιγνιτικών υποδομών της.
Και η ίδια η συζήτηση για την Πτολεμαΐδα 5 αποδεικνύει πόσο προβληματικός μπορεί να γίνει ένας σχεδιασμός που δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις συνθήκες ενεργειακής κρίσης.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής, ο ΑΔΜΗΕ είχε προειδοποιήσει ήδη από τις 7 Απριλίου 2026 ότι η Πτολεμαΐδα 5 θα έπρεπε να παραμείνει διαθέσιμη τουλάχιστον έως το τέλος του 2027.
Ο Διαχειριστής εκτιμούσε ότι η πρόωρη απόσυρσή της θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο για την επάρκεια του συστήματος, ενισχύοντας την εξάρτηση από εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Δηλαδή, ο αρμόδιος διαχειριστής για την επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος εξέφραζε σοβαρές επιφυλάξεις για τον χρονισμό της απόσυρσης.
Την ίδια στιγμή, η ΔΕΗ είχε ήδη προχωρήσει στον σχεδιασμό της μετατροπής.
Και εδώ η αντίφαση γίνεται εκρηκτική.
Πώς είναι δυνατόν να προωθείται η οριστική αλλαγή χρήσης μιας στρατηγικής μονάδας όταν ο αρμόδιος διαχειριστής του ηλεκτρικού συστήματος προειδοποιεί ότι η απόσυρσή της δημιουργεί κινδύνους ενεργειακής επάρκειας;
Ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη αν υπάρξει κρίση;
Ο υπουργός; Ο υφυπουργός; Η διοίκηση της ΔΕΗ; Ή μήπως, όπως συμβαίνει συνήθως, ο λογαριασμός θα καταλήξει στους πολίτες;