
Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρανάσιος
Η Μαρία Καρυστιανού υποσχέθηκε ρήξη με το σύστημα Μητσοτάκη. Στην πρώτη δύσκολη υπόθεση, όμως, κατέφυγε στην πιο γνώριμη δικαιολογία του.
Η Μαρία Καρυστιανού μπήκε στην πολιτική παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως το αντίθετο του σημερινού πολιτικού συστήματος. Μίλησε για διαφάνεια, προσωπική ευθύνη και τέλος στην ατιμωρησία. Υποσχέθηκε, με άλλα λόγια, ότι δεν θα μοιάσει με εκείνους που καταγγέλλει.
Γι’ αυτό η υπόθεση της εταιρείας στην οποία συμμετείχε και εμφανιζόταν ως διαχειρίστρια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως μια ιδιωτική επιχειρηματική υπόθεση.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Ζούγκλας», εταιρεία στην οποία η ίδια φέρεται να κατείχε ποσοστό 50% απέκτησε το 2023, μέσω αναγκαστικού πλειστηριασμού, διαμέρισμα στην Αθήνα έναντι 30.457 ευρώ. Ο πλειστηριασμός επισπευδόταν από εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων για λογαριασμό fund.
Η ίδια δεν αρνήθηκε ούτε την ύπαρξη της εταιρείας ούτε την αγορά του ακινήτου. Υποστήριξε, όμως, ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη συναλλαγή, ότι δεν τη θυμόταν και ότι την επιχειρηματική δραστηριότητα είχε αναλάβει ο τότε σύντροφός της. Παραδέχθηκε επίσης ότι εμφανιζόταν ως διαχειρίστρια, εξηγώντας ότι αυτό συνέβαινε για φορολογικούς λόγους.
Η υπερασπιστική της γραμμή συνοψίζεται σε δύο λέξεις:
«Δεν γνώριζα».
Η πιο γνώριμη δικαιολογία
Το πολιτικό πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην ίδια τη συναλλαγή. Βρίσκεται κυρίως στην απάντηση.
Το «δεν γνώριζα» είναι η φράση που έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν κλήθηκε να απαντήσει για σοβαρές υποθέσεις που αφορούσαν την κυβέρνησή του.
Στην υπόθεση της παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη, δήλωσε ότι δεν γνώριζε και ότι, αν γνώριζε, δεν θα το επέτρεπε. Στις υποκλοπές, το επιχείρημα ήταν ότι άλλοι είχαν γνώση, αλλά όχι ο ίδιος. Στα Τέμπη, μεταγενέστερες αναθεωρήσεις προηγούμενων τοποθετήσεων αποδόθηκαν στις πληροφορίες που είχε τότε στη διάθεσή του.
Το μοτίβο είναι σταθερό:
Ο επικεφαλής έχει την αρμοδιότητα, αλλά όχι την πληροφορία. Έχει τη θεσμική ευθύνη, αλλά όχι την προσωπική γνώση.
Η απόφαση λαμβάνεται στον χώρο ευθύνης του, όμως η ουσιαστική ευθύνη μεταφέρεται σε συνεργάτες, υφισταμένους ή τρίτους.
Αυτό ακριβώς υποστηρίζει τώρα και η Μαρία Καρυστιανού.
Ήταν διαχειρίστρια, αλλά δεν διαχειριζόταν. Συμμετείχε στην εταιρεία, αλλά δεν παρακολουθούσε τις πράξεις της. Το όνομά της βρισκόταν στα έγγραφα, αλλά η ίδια δεν γνώριζε.
Με άλλα λόγια:
«Συνέβη στον χώρο της δικής μου ευθύνης, αλλά εγώ προσωπικά δεν ήξερα».
Η ευθύνη δεν είναι διακοσμητικός τίτλος
Η διαχείριση μιας εταιρείας δεν αποτελεί τιμητική θέση. Συνεπάγεται ενημέρωση, εποπτεία και ευθύνη.
Αν κάποιος αποδέχεται να εμφανίζεται ως διαχειριστής, ακόμη και για φορολογικούς ή πρακτικούς λόγους, αποδέχεται και τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν αυτόν τον ρόλο.
Η επίκληση της άγνοιας δεν εξαφανίζει την ευθύνη.
Στην καλύτερη περίπτωση δημιουργεί ένα διαφορετικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ο διαχειριστής μιας εταιρείας να αγνοεί μια τόσο σημαντική πράξη, όπως η αγορά ακινήτου μέσω πλειστηριασμού;
Αν ένας υπουργός υποστήριζε ότι δεν ήξερε τι υπέγραφαν ή τι αποφάσιζαν οι στενοί του συνεργάτες, η Μαρία Καρυστιανού πιθανότατα δεν θα δεχόταν την εξήγηση. Θα απαιτούσε ανάληψη ευθύνης.
Το ίδιο μέτρο οφείλει τώρα να εφαρμόσει και στον εαυτό της.
Η αντίφαση με τις διακηρύξεις
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία λόγω των δημόσιων θέσεων της ίδιας και του πολιτικού της φορέα απέναντι στα funds, στους servicers και στους πλειστηριασμούς.
Στην ιδρυτική διακήρυξη της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» γίνεται λόγος για πολίτες που χάνουν τις περιουσίες τους για μικρές οφειλές και διατυπώνεται η ανάγκη ελέγχου της δράσης των εταιρειών διαχείρισης και των funds.
Η συμμετοχή σε έναν πλειστηριασμό δεν είναι από μόνη της παράνομη. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο νομικό.
Είναι πρωτίστως πολιτικό και ηθικό.
Δεν μπορεί κάποιος να οικοδομεί τη δημόσια εικόνα του πάνω στην καταγγελία ενός μηχανισμού και, όταν αποκαλύπτεται ότι εταιρεία στην οποία συμμετείχε αξιοποίησε τον ίδιο μηχανισμό, να δηλώνει ότι δεν γνώριζε.
Η εταιρεία δεν ανήκε σε κάποιον μακρινό συνεργάτη. Ήταν εταιρεία την οποία η ίδια είχε συνιδρύσει και στην οποία εμφανιζόταν ως διαχειρίστρια.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν όλα έγιναν νόμιμα. Είναι αν οι πράξεις συμβαδίζουν με τις πολιτικές διακηρύξεις.
Δεν είναι ίδιες οι υποθέσεις — ίδια είναι η δικαιολογία
Η επιχειρηματική υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού δεν μπορεί, ασφαλώς, να εξισωθεί με τις υποκλοπές, τα Τέμπη ή άλλα μεγάλα κυβερνητικά σκάνδαλα.
Δεν είναι ίδια η κλίμακα, ούτε η θεσμική βαρύτητα.
Η ομοιότητα βρίσκεται στον τρόπο αντιμετώπισης της ευθύνης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλείται άγνοια για όσα συνέβησαν σε τομείς που βρίσκονταν υπό την πολιτική του εποπτεία.
Η Μαρία Καρυστιανού επικαλείται άγνοια για όσα έκανε εταιρεία στην οποία συμμετείχε και της οποίας ήταν τυπικά διαχειρίστρια.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο τίτλος της ευθύνης διαχωρίζεται από τη γνώση. Και στις δύο, η ευθύνη μεταφέρεται προς τα κάτω ή προς τα δίπλα.
Μόνο που για τη Μαρία Καρυστιανού η αντίφαση είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Δεν παρουσιάστηκε ως μία ακόμη πολιτικός. Παρουσιάστηκε ως το ηθικό αντίθετο του συστήματος Μητσοτάκη.
Ως το πρόσωπο που δεν θα δεχόταν τις δικαιολογίες, τα άλλοθι και την επίκληση άγνοιας.
Στην πρώτη δική της δύσκολη υπόθεση, όμως, χρησιμοποίησε ακριβώς την ίδια μέθοδο.
Η προσωπική οδύνη δεν καταργεί τη λογοδοσία
Η προσωπική τραγωδία της Μαρίας Καρυστιανού είναι αδιαμφισβήτητη. Ο αγώνας της για την αποκάλυψη της αλήθειας γύρω από τα Τέμπη υπήρξε σημαντικός και συγκίνησε δικαίως την κοινωνία.
Από τη στιγμή, όμως, που επέλεξε να διεκδικήσει πολιτικό ρόλο, υπόκειται στον ίδιο έλεγχο με κάθε άλλο δημόσιο πρόσωπο.
Η προσωπική οδύνη μπορεί να εξηγήσει ορισμένες επιλογές ή παραλείψεις. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πολιτική ασπίδα.
Όποιος ζητά εξουσία οφείλει να απαντά με στοιχεία, όχι μόνο με διαβεβαιώσεις.
Οι απαντήσεις που οφείλονται
Η Μαρία Καρυστιανού οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις.
Ποιος αποφάσισε τη συμμετοχή στον πλειστηριασμό; Πώς χρηματοδοτήθηκε η αγορά; Πότε ενημερώθηκε η ίδια; Ποια έγγραφα υπέγραψε; Ποιος ήταν στην πράξη ο ρόλος της στη διοίκηση της εταιρείας;
Η διαφάνεια δεν αποδεικνύεται με τη δήλωση «είμαι διάφανη». Αποδεικνύεται με έγγραφα, ημερομηνίες και ανάληψη ευθύνης.
Η νέα πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο σκληρά καταγγέλλει την παλιά. Κρίνεται από το αν αρνείται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες δικαιολογίες όταν έρχεται η δική της σειρά να λογοδοτήσει.
Και στην πρώτη σοβαρή δοκιμασία, η Μαρία Καρυστιανού δεν ακούστηκε ως το αντίθετο του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ακούστηκε ανησυχητικά όμοια.
Το «δεν ήξερα» μπορεί να είναι η πιο συνηθισμένη φράση της σημερινής εξουσίας.

