Οι κόρες του ανέμου
Προβολές:135
Γιατί οι κόρες του ανέμου δεν γεννήθηκαν για να εκδικούνται, ούτε για να σκύβουν το κεφάλι μπροστά σε εκείνους που τις θεωρούσαν αδύναμες. Γεννήθηκαν για να βρίσκουν τον δρόμο τους ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω τους γκρεμιζόταν και η μεγαλύτερη νίκη τους δεν ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου που τις είχε καταστρέψει.
Ήταν πως εκείνος δεν κατάφερε ποτέ να τους πάρει το δικαίωμα να ζήσουν.

Όλα βρίσκονται στον τρόπο ανατροφής των παιδιών μας… και την πρώτη ευθύνη την φέρουμε εμείς οι γυναίκες.
Δυστυχώς οι άνδρες ακόμα κρατούν τις παλιές συμπεροφορές, αν και η κοινωνία έχει αλλάξει και πολλοί άνδρες συμμετέχουν στην ανατροφή των παιδιών τους.
ΔΙΔΑΞΤΕ ΣΤΟΥΣ ΓΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΚΟΡΕΣ ΣΑΣ ΤΟΝ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ/ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΤΟΥΣ.
Καλλιόπη Σουφλή
Ομφαλός της γης
Στην άκρη της Κρήτης, εκεί όπου τα βουνά κατεβαίνουν απότομα προς τη θάλασσα και οι πέτρες μοιάζουν να έχουν ποτιστεί από το αίμα και τα δάκρυα γενεών ολόκληρων, υπήρχε ένα χωριό που δεν έμαθε ποτέ να σκύβει το κεφάλι. Τα σπίτια του ήταν χτισμένα πάνω σε γυμνούς βράχους, οι αυλές του είχαν χαμηλούς μαντρότοιχους και οι άνθρωποί του κουβαλούσαν μέσα τους μια περηφάνια που περνούσε από πατέρα σε γιο και από μάνα σε κόρη. Εκεί η τιμή λογαριαζόταν κάποτε σημαντικότερη από την ευτυχία, η γνώμη του κόσμου βάραινε περισσότερο από την επιθυμία της καρδιάς και οι παλιοί νόμοι των οικογενειών στέκονταν συχνά πιο ψηλά από τους νόμους της πολιτείας.
Οι γυναίκες αυτού του τόπου είχαν μάθει να αντέχουν. Μεγάλωναν παιδιά, κρατούσαν σπίτια, ξενυχτούσαν δίπλα σε αρρώστους, αποχαιρετούσαν άντρες που έφευγαν για τη θάλασσα και περίμεναν άλλους που δεν γύριζαν ποτέ. Σπάνια μιλούσαν για τις πληγές τους και ακόμη σπανιότερα ζητούσαν βοήθεια. Όμως κάτω από τα μαύρα μαντίλια και τα αυστηρά πρόσωπα έκρυβαν ψυχές που μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρα βουνά, αρκεί να είχαν έναν λόγο να συνεχίσουν.
Σε ένα από τα μεγαλύτερα αρχοντικά του χωριού ζούσε ο καπετάν Μανώλης Σταυρακάκης, άντρας με περιουσία, κύρος και τέσσερις γιους που τον ακολουθούσαν παντού σαν σκιά του. Η γυναίκα του, η Κατερίνα, είχε φέρει στον κόσμο και δύο κόρες, την Ειρήνη και τη μικρότερη Μαργαρίτα, που ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε η ζωή της. Η Ειρήνη, η πρωτότοκη, είχε τα μάτια της μάνας της, σκούρα και βαθιά, μα μέσα τους έκρυβε μια ανησυχία που δεν ταίριαζε με την εποχή της. Από μικρό κορίτσι δεν δεχόταν εύκολα τις απαντήσεις που της έδιναν οι μεγαλύτεροι. Ήθελε να γνωρίζει, να μαθαίνει, να ταξιδεύει, να βλέπει τι υπήρχε πέρα από τα βουνά που περιέκλειαν το χωριό της.
Η Μαργαρίτα, πάλι, την ακολουθούσε παντού. Δεν ήταν λιγότερο δυνατή, μα η Ειρήνη είχε μέσα της εκείνη τη φωτιά που κάνει έναν άνθρωπο να τολμά πρώτος και να παρασύρει τους υπόλοιπους πίσω του. Όταν οι άλλοι έβλεπαν εμπόδια, εκείνη αναζητούσε περάσματα. Όταν της έλεγαν πως κάτι ήταν αδύνατο, η επιθυμία της να το καταφέρει μεγάλωνε.
Ο πατέρας τους τις αγαπούσε με τον δικό του τρόπο. Στις κόρες του έδειχνε μια τρυφερότητα που δύσκολα φανέρωνε μπροστά σε άλλους, όμως η αγάπη του είχε όρια, χαραγμένα από τις συνήθειες και την αντίληψη πως η οικογένεια έπρεπε να προστατεύει το όνομά της με κάθε τίμημα. Για εκείνον, οι γιοι του μπορούσαν να περιπλανιούνται, να διαλέγουν επαγγέλματα, να κάνουν λάθη και να επιστρέφουν στο σπίτι χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Οι κόρες του, αντίθετα, έπρεπε να προσέχουν κάθε τους βήμα, γιατί η δική τους συμπεριφορά γινόταν καθρέφτης της τιμής ολόκληρης της οικογένειας.
Η Ειρήνη είχε φτάσει τα είκοσι τρία της χρόνια όταν γνώρισε τον Νικόλαο Βενέτη, έναν νέο πολιτικό μηχανικό από την Αθήνα, που είχε έρθει στην Κρήτη για να επιβλέψει την αναστήλωση ενός παλιού κτιρίου. Δεν ήταν άνθρωπος της θάλασσας ούτε της πέτρας, μα είχε μια ηρεμία που την έκανε να αισθάνεται πως μπορούσε να ανασάνει δίπλα του. Μιλούσε για πόλεις, για βιβλία, για χώρες που είχε επισκεφθεί, για γυναίκες που σπούδαζαν και εργάζονταν χωρίς να χρειάζεται να απολογούνται για τις επιλογές τους. Στα μάτια του η Ειρήνη δεν ήταν η κόρη του καπετάν Μανώλη ούτε μια κοπέλα που έπρεπε να προικιστεί και να παντρευτεί. Ήταν ένας άνθρωπος με δικές του επιθυμίες, δικά του όνειρα και δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή του.
Ο έρωτάς τους γεννήθηκε αθόρυβα και μεγάλωσε μακριά από τα βλέμματα των πολλών. Συναντιούνταν σε ένα παλιό ξωκλήσι έξω από το χωριό, εκεί όπου ένα στενό μονοπάτι οδηγούσε σε μια μικρή πετρώδη ακτή. Η Ειρήνη έφευγε από το σπίτι με τη δικαιολογία πως επισκεπτόταν μια ηλικιωμένη συγγενή και εκείνος την περίμενε κάτω από μια χαρουπιά, κρατώντας συχνά κάποιο βιβλίο που ήξερε πως θα της άρεσε.
Εκείνη την εποχή η ευτυχία τους έμοιαζε τόσο απλή, ώστε δεν μπορούσαν να φανταστούν πόσο ακριβά θα πλήρωναν το δικαίωμα να την κρατήσουν. Ο Νικόλαος της είχε υποσχεθεί πως, μόλις ολοκλήρωνε τη δουλειά του, θα την έπαιρνε μαζί του στην Αθήνα. Θα παντρεύονταν, θα έβρισκε εκείνη δουλειά σε ένα εργαστήριο ραπτικής, καθώς είχε εξαιρετικά επιδέξια χέρια, κι εκείνος θα συνέχιζε το επάγγελμά του. Δεν της υποσχέθηκε παλάτια και πλούτη. Της υποσχέθηκε ένα σπίτι όπου κανείς δεν θα αποφάσιζε για λογαριασμό της. Αυτό ήταν αρκετό για να του χαρίσει την καρδιά της.
Όταν όμως η σχέση τους αποκαλύφθηκε, ο κόσμος που είχαν χτίσει άρχισε να γκρεμίζεται. Μια γυναίκα που είχε δει την Ειρήνη να επιστρέφει αργά ένα βράδυ από την πλευρά του ξωκλησιού φρόντισε να μεταφέρει την πληροφορία στην αγορά. Μέχρι το μεσημέρι, το μυστικό είχε φτάσει στα αυτιά του καπετάν Μανώλη. Και πριν προλάβει η Ειρήνη να μιλήσει στον πατέρα της, εκείνος είχε ήδη ακούσει τις ιστορίες των άλλων, τις μισές αληθινές και τις άλλες μισές φτιαγμένες από τη φαντασία και την κακεντρέχειά τους.
Το αρχοντικό βυθίστηκε σε μια σιωπή που προμήνυε καταιγίδα. Οι τέσσερις γιοι του καπετάνιου θεώρησαν πως η αδελφή τους είχε προσβάλει το όνομα της οικογένειας και η μητέρα τους έκλαιγε κρυφά, χωρίς να τολμά να αντιταχθεί στον άντρα της. Η Ειρήνη κλείστηκε στο δωμάτιό της και οι έξοδοι απαγορεύτηκαν. Την ίδια νύχτα, δύο από τους αδελφούς της έφεραν τον Νικόλαο μπροστά στον πατέρα τους. Η συζήτηση που ακολούθησε δεν κράτησε πολύ. Ο νέος έφυγε από το χωριό πριν ξημερώσει, με την απειλή πως, αν επέστρεφε, θα αντιμετώπιζε τις συνέπειες.
Η Ειρήνη δεν έμαθε ποτέ τι ακριβώς του είπαν ούτε τι τον έκανε να φύγει χωρίς να προσπαθήσει να τη δει. Περίμενε ένα γράμμα, ένα σημείωμα, μια είδηση που θα της έδινε κάποια εξήγηση. Δεν ήρθε τίποτα. Και όταν, μερικές εβδομάδες αργότερα, κατάλαβε πως περίμενε παιδί, ο πόνος της εγκατάλειψης έγινε ένας φόβος πολύ μεγαλύτερος από τον ίδιο τον έρωτα που είχε χάσει.
Ήξερε πως η αλήθεια θα ξεσήκωνε θύελλα. Ένα παιδί γεννημένο έξω από τον γάμο ήταν, για εκείνη την κοινωνία, αφορμή να καταδικαστεί μια γυναίκα χωρίς να εξεταστούν οι περιστάσεις, χωρίς να υπολογιστεί η αγάπη της, χωρίς να ενδιαφερθεί κανείς για την απουσία του άντρα που είχε συμμετάσχει στην ιστορία της. Η Ειρήνη δεν ήθελε να κρύβεται για όλη της τη ζωή ούτε να μεγαλώσει το παιδί της σαν να ήταν κάτι για το οποίο έπρεπε να ντρέπεται.
Ζήτησε να δει τον πατέρα της μόνη.
Εκείνο το βράδυ στάθηκε απέναντί του με το κεφάλι ψηλά και του μίλησε για το παιδί που ερχόταν, για την απόφασή της να το κρατήσει και για την ανάγκη να φύγει από την Κρήτη. Δεν του ζήτησε να εγκρίνει όσα είχε κάνει. Του ζήτησε να μην την αναγκάσει να πληρώσει το υπόλοιπο της ζωής της για ένα λάθος που δεν ήταν μόνο δικό της.
Ο καπετάν Μανώλης έμεινε πολλή ώρα σιωπηλός. Η πρώτη του σκέψη ήταν η ντροπή που θα σκέπαζε το όνομά του. Η δεύτερη ήταν η κόρη του, που την είχε δει να μεγαλώνει και ήξερε πως, αν την ανάγκαζε να μείνει, θα την έχανε οριστικά, ακόμη κι αν συνέχιζε να ζει κάτω από τη στέγη του. Η αγάπη του συγκρούστηκε με την περηφάνια του και, για πρώτη φορά στη ζωή του, η περηφάνια δεν νίκησε ολοκληρωτικά.
Αποφάσισε να τη στείλει στον Πειραιά, στο σπίτι μιας μακρινής εξαδέλφης, με τη δικαιολογία πως θα βοηθούσε μια συγγενή που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Της εξασφάλισε χρήματα και φρόντισε να μην της λείψουν τα πρώτα απαραίτητα. Δεν μπόρεσε, ωστόσο, να της ζητήσει συγγνώμη για όσα είχε επιτρέψει να της συμβούν.
Η Μαργαρίτα, όταν έμαθε πως η αδελφή της θα έφευγε, ένιωσε πως της αφαιρούσαν το μοναδικό πρόσωπο που την καταλάβαινε πραγματικά. Δεν ήθελε να μείνει πίσω, ανάμεσα σε ανθρώπους που θα σχολίαζαν την Ειρήνη και θα της ζητούσαν να ξεχάσει. Έτσι, με μια επιμονή που ξάφνιασε ακόμη και τον πατέρα τους, απαίτησε να την ακολουθήσει.
Η μητέρα τους δεν άντεξε στην ιδέα ότι θα αποχωρίζονταν και τα δύο κορίτσια της. Ο πατέρας τους, όμως, έδωσε τελικά τη συγκατάθεσή του. Ένα μέρος του ανακουφιζόταν που οι κόρες του θα βρίσκονταν μακριά από τα επικριτικά βλέμματα, ενώ ένα άλλο, βαθύτερο και πιο ανθρώπινο, ήλπιζε πως στην πρωτεύουσα θα κατάφερναν να ζήσουν όπως εκείνες επιθυμούσαν.
Πριν φύγουν, προσέλαβε έναν άνθρωπο που θεωρούσε έμπιστο, τον Στέλιο Καραλή, έναν νέο που εργαζόταν περιστασιακά σε ταβέρνες και είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του με την ευχάριστη συμπεριφορά του. Του ζήτησε να ταξιδέψει μαζί με τις κόρες του, να τις βοηθήσει να εγκατασταθούν και να τον ενημερώνει για την πορεία τους.
Ο Στέλιος δέχτηκε αμέσως. Ήταν όμορφος, κοινωνικός και αρκετά έξυπνος ώστε να κρύβει τις πραγματικές του προθέσεις πίσω από χαμόγελα και ευγενικές κουβέντες. Είχε καταλάβει πως ο καπετάνιος διέθετε χρήματα και πως οι κόρες του θα έφευγαν για μια ζωή διαφορετική από εκείνη που γνώριζαν. Δεν τον ενδιέφερε να προστατεύσει κανέναν. Τον ενδιέφερε να βρει την ευκαιρία που θα τον έκανε πλούσιο.
Ο Πειραιάς τις υποδέχτηκε με την κίνηση του λιμανιού, τα καράβια και τον αδιάκοπο θόρυβο μιας πόλης που δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τις ιστορίες των ξένων της. Η Ειρήνη και η Μαργαρίτα εγκαταστάθηκαν αρχικά στο σπίτι της συγγενούς τους και προσπάθησαν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Η Ειρήνη, όμως, δεν μπορούσε να ησυχάσει χωρίς να μάθει τι είχε απογίνει ο Νικόλαος.
Έψαξε μέσω γνωστών του επαγγέλματός του, έστειλε γράμματα σε διευθύνσεις που είχε συγκρατήσει και περίμενε καθημερινά μια απάντηση. Τελικά έμαθε πως εκείνος είχε επιστρέψει στην Αθήνα για λίγο και κατόπιν είχε φύγει στο εξωτερικό, έχοντας δεχτεί μια επαγγελματική πρόταση. Στο μεταξύ, είχε αρραβωνιαστεί μια νεαρή γυναίκα από εύπορη οικογένεια.
Η είδηση δεν της άφησε περιθώριο να συνεχίσει να ελπίζει. Ο άνθρωπος που της είχε μιλήσει για ελευθερία και κοινή ζωή είχε επιλέξει τον δικό του δρόμο, χωρίς να της δώσει ούτε μια εξήγηση. Για πρώτη φορά, η Ειρήνη κατάλαβε πως δεν αρκούσε να ξεφύγει από τις αποφάσεις της οικογένειάς της. Έπρεπε να πάψει να περιμένει από οποιονδήποτε άλλον να της χαρίσει τη ζωή που ήθελε.
Από εκείνη τη μέρα έστρεψε όλη της τη δύναμη στο παιδί που θα γεννιόταν και στην εργασία της. Η Μαργαρίτα στάθηκε δίπλα της με αφοσίωση. Μαζί νοίκιασαν ένα μικρό σπίτι στη Νέα Σμύρνη, με δύο δωμάτια και μια στενή αυλή. Το ένα δωμάτιο έγινε το εργαστήριό τους. Έστησαν ραπτομηχανές, αγόρασαν υφάσματα όσο τους επέτρεπαν τα χρήματά τους και άρχισαν να αναλαμβάνουν μικροδιορθώσεις, φορέματα και παραγγελίες από γυναίκες της γειτονιάς.
Η Ειρήνη είχε ταλέντο και επιμονή. Μπορούσε να μετατρέψει ένα φτηνό ύφασμα σε φόρεμα που έμοιαζε ακριβότερο από την πραγματική του αξία. Η Μαργαρίτα, που διέθετε υπομονή και λεπτότητα, αναλάμβανε τα κεντήματα και τις δύσκολες λεπτομέρειες. Σιγά σιγά οι πελάτισσες πλήθαιναν και το μικρό τους εργαστήρι άρχισε να αποκτά όνομα.
Όταν γεννήθηκε η κόρη της Ειρήνης, η Άννα, η ζωή τους άλλαξε για πάντα. Η μητρότητα δεν εξαφάνισε τον πόνο της εγκατάλειψης, αλλά έδωσε στην Ειρήνη έναν σκοπό που δεν εξαρτιόταν από κανέναν άντρα. Κάθε φορά που κρατούσε το παιδί της στην αγκαλιά της, υποσχόταν πως εκείνο δεν θα μάθαινε ποτέ να ντρέπεται για την καταγωγή του και δεν θα πίστευε πως η αξία του καθορίζεται από την αποδοχή των άλλων.
Η Μαργαρίτα παρακολουθούσε την αδελφή της με θαυμασμό. Την έβλεπε να δουλεύει μέχρι αργά, να φροντίζει το παιδί, να υπολογίζει τα έξοδα και να αρνείται να αφήσει την απογοήτευση να την καταβάλει. Και κάπου μέσα της γεννιόταν η επιθυμία να αποκτήσει κι εκείνη μια ζωή που θα την έκανε να αισθάνεται ολοκληρωμένη. Όχι επειδή χρειαζόταν έναν άντρα για να τη σώσει, αλλά επειδή πίστευε πως είχε δικαίωμα να αγαπήσει.
Αυτή την ανάγκη της διέκρινε ο Στέλιος, είχε εγκατασταθεί κι εκείνος στην Αθήνα και, έχοντας αναλάβει κατά καιρούς διάφορες δουλειές, άρχισε να εμφανίζεται συχνά στη γειτονιά τους. Έδειχνε ενδιαφέρον για τη Μαργαρίτα, της έφερνε μικρά δώρα και της μιλούσε για το μέλλον που θα μπορούσαν να χτίσουν μαζί. Παρουσιαζόταν ως άνθρωπος φιλόδοξος, με σχέδια για δικό του εστιατόριο, και έδινε την εντύπωση πως η φτώχεια του ήταν απλώς μια προσωρινή δυσκολία.
Η Ειρήνη δεν τον εμπιστεύτηκε από την πρώτη στιγμή. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που την έκανε να αισθάνεται πως δεν έβλεπε τους ανθρώπους όπως ήταν, αλλά όπως θα μπορούσαν να του χρησιμεύσουν. Τον παρατηρούσε να εξετάζει το σπίτι, τα έπιπλα, τις οικονομίες τους και κάθε τι που φανέρωνε πως οι δύο αδελφές είχαν αρχίσει να στέκονται στα πόδια τους.
Προσπάθησε να προειδοποιήσει τη Μαργαρίτα, μα εκείνη θεώρησε τις επιφυλάξεις της υπερβολικές. Η Ειρήνη, πληγωμένη από τη δική της ερωτική ιστορία, δεν μπορούσε να βλέπει με καθαρό μάτι, πίστευε η μικρότερη. Δεν ήταν δυνατόν όλοι οι άντρες να είναι ίδιοι. Δεν μπορούσε να ζήσει για πάντα φοβισμένη.
Η Μαργαρίτα παντρεύτηκε τον Στέλιο ένα ανοιξιάτικο πρωινό, με λίγους συγγενείς και φίλους. Η Ειρήνη στάθηκε δίπλα της, την αγκάλιασε και προσπάθησε να διώξει από το μυαλό της τις ανησυχίες που δεν έβρισκαν ακόμη αποδείξεις. Δεν ήθελε να γίνει η αδελφή που θα καταδίκαζε την ευτυχία της άλλης πριν καν αρχίσει.
Για λίγους μήνες ο Στέλιος κράτησε το προσωπείο του. Έβρισκε δικαιολογίες για να λείπει, μιλούσε για επιχειρηματικές ευκαιρίες και υποστήριζε πως χρειαζόταν κεφάλαιο για να κάνει το μεγάλο βήμα. Όταν ανακοίνωσε ότι είχε εντοπίσει ένα εξαιρετικό κατάστημα σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, η Μαργαρίτα ενθουσιάστηκε. Πίστεψε πως ο γάμος τους θα αποκτούσε επιτέλους την οικονομική ασφάλεια που ονειρευόταν.
Εκείνος της ζήτησε να χρησιμοποιήσει τις οικονομίες της και τα χρήματα που της είχε αφήσει ο πατέρας της. Υποσχέθηκε ότι θα της τα επέστρεφε μέσα σε έναν χρόνο, μαζί με τα κέρδη από την επιχείρηση. Η Μαργαρίτα δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Θεώρησε πως ο γάμος σήμαινε κοινή περιουσία, κοινά σχέδια και εμπιστοσύνη.
Η Ειρήνη αντέδρασε έντονα. Της εξήγησε πως άλλο ήταν να στηρίζεις τον άνθρωπό σου και άλλο να του παραδίδεις ολόκληρη την οικονομική σου ανεξαρτησία χωρίς καμία εγγύηση. Της ζήτησε να κρατήσει τουλάχιστον ένα μέρος των χρημάτων της για το μέλλον της. Η Μαργαρίτα, όμως, είχε ήδη αποφασίσει.
Το εστιατόριο άνοιξε και για λίγο έμοιαζε πως ο Στέλιος είχε πράγματι πετύχει. Το μαγαζί γέμιζε, οι εισπράξεις ήταν ικανοποιητικές και εκείνος κυκλοφορούσε με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που είχε κατακτήσει όσα επιθυμούσε. Η Μαργαρίτα άφησε το εργαστήριο και αφοσιώθηκε στην επιχείρηση, καθώς ο σύζυγός της την έπεισε ότι η παρουσία της ήταν απαραίτητη για την επιτυχία τους.
Σύντομα, όμως, το προσωπείο άρχισε να καταρρέει, ο Στέλιος ξενυχτούσε με ανθρώπους που συναντούσε σε χαρτοπαικτικές λέσχες, έπινε όλο και περισσότερο και επέστρεφε στο σπίτι με απαιτήσεις.
Τα χρήματα του εστιατορίου εξαφανίζονταν, οι προμηθευτές έμεναν απλήρωτοι και οι λογαριασμοί συσσωρεύονταν. Όταν η Μαργαρίτα τον ρωτούσε πού πήγαιναν τα έσοδα, εκείνος τη χαρακτήριζε ανίκανη να καταλάβει τις δυσκολίες μιας επιχείρησης.
Ύστερα άρχισαν οι προσβολές. Πρώτα ήταν οι φωνές, οι κατηγορίες, οι ταπεινωτικές κουβέντες. Ακολούθησαν τα σπρωξίματα, τα χαστούκια και οι απειλές. Κάθε φορά ο Στέλιος ζητούσε συγγνώμη, υποσχόταν πως δεν θα επαναλαμβανόταν και έπειθε τη Μαργαρίτα πως το άγχος, τα χρέη και οι κακές παρέες τον είχαν οδηγήσει σε αυτή τη συμπεριφορά.
Η γυναίκα τον πίστευε, όχι επειδή δεν καταλάβαινε τι της συνέβαινε, αλλά επειδή ήθελε να σώσει τον γάμο της. Φοβόταν τη μοναξιά, την αποτυχία και την παραδοχή πως είχε εμπιστευτεί τον λάθος άνθρωπο. Κυρίως φοβόταν την αντίδραση της οικογένειάς της, αν μάθαινε ότι ο άντρας που είχε επιλέξει την κακοποιούσε.
Όταν έμεινε έγκυος, πίστεψε πως το παιδί θα άλλαζε τα πράγματα. Για λίγο ο Στέλιος έδειξε χαρούμενος. Σύντομα, όμως, η εγκυμοσύνη έγινε ακόμη ένα πεδίο ελέγχου. Εκείνος απαιτούσε να δουλεύει περισσότερες ώρες, να του δίνει όσα χρήματα έβγαζε και να μη συναντά την αδελφή της χωρίς την άδειά του. Όταν εκείνη αντιστεκόταν, η βία επέστρεφε, πιο σκληρή κάθε φορά.
Η Ειρήνη άρχισε να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε. Η Μαργαρίτα εμφανιζόταν στο εργαστήριο με σημάδια που προσπαθούσε να κρύψει κάτω από τα ρούχα της. Έβρισκε δικαιολογίες για τις απουσίες της και απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια. Η Ειρήνη δεν την πίεσε να ομολογήσει αμέσως. Την αγκάλιασε και της ξεκαθάρισε πως, ό,τι κι αν είχε συμβεί, είχε πάντα ένα σπίτι όπου κανείς δεν θα μπορούσε να τη χτυπήσει.
Αυτή η υπόσχεση ήταν που έσπασε τελικά τη σιωπή της Μαργαρίτας.
Ένα βράδυ, με το πρόσωπό της πρησμένο και τα χέρια της να τρέμουν, της αποκάλυψε όλα όσα είχε υποστεί. Της είπε για τα χρήματα που είχε χάσει, για τα χρέη που δεν γνώριζε πώς να πληρώσει, για τις απειλές και για τις νύχτες που έμενε ξύπνια περιμένοντας να ακούσει το κλειδί στην πόρτα. Της αποκάλυψε ακόμη πως ο Στέλιος την εξανάγκαζε επανειλημμένα σε σεξουαλικές πράξεις παρά τη θέλησή της, χρησιμοποιώντας τον φόβο και τη σωματική βία για να επιβάλει τη θέλησή του.
Η Ειρήνη άκουσε χωρίς να τη διακόψει. Κάθε λέξη ήταν μια μαχαιριά, όχι μόνο για όσα είχε υποστεί η αδελφή της, αλλά και για όσα εκείνη είχε υποψιαστεί και δεν είχε καταφέρει να αποτρέψει. Όταν η Μαργαρίτα τελείωσε, η Ειρήνη την κράτησε στην αγκαλιά της μέχρι να ηρεμήσει.
Την επόμενη ημέρα πήγε να συναντήσει τον Στέλιο. Δεν πήγε για να τον παρακαλέσει ούτε για να διαπραγματευτεί. Του απαίτησε να αφήσει την αδελφή της ήσυχη, να σταματήσει να την εκβιάζει και να αναλάβει τις ευθύνες του για τα χρέη που είχε δημιουργήσει. Του ξεκαθάρισε πως δεν θα επέτρεπε να συνεχίσει να καταστρέφει τη ζωή της Μαργαρίτας.
Ο Στέλιος την άκουσε με ένα χαμόγελο που δεν έκρυβε πια τίποτα ανθρώπινο. Δεν της έδωσε καμία υπόσχεση. Αντίθετα, της είπε πως είχε ανακατευτεί σε πράγματα που δεν την αφορούσαν και πως θα μετάνιωνε για την ανάμειξή της.
Η Ειρήνη έφυγε από το εστιατόριο με την πεποίθηση ότι η κατάσταση είχε φτάσει σε επικίνδυνο σημείο. Δεν είχε προλάβει, όμως, να καταλάβει πόσο μακριά ήταν διατεθειμένος να φτάσει ο Στέλιος.
Εκείνο το βράδυ, καθώς επέστρεφε στο σπίτι της μετά τη δουλειά, δύο άντρες την περίμεναν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Την ακινητοποίησαν, την έσυραν σε έναν σκοτεινό χώρο και την κακοποίησαν βάναυσα, με σκοπό να την τιμωρήσουν για την παρέμβασή της. Όταν την άφησαν, εκείνη κατάφερε με μεγάλη δυσκολία να φτάσει σε ένα φαρμακείο και από εκεί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Δεν είπε αμέσως όσα είχαν συμβεί. Το σώμα της πονούσε, αλλά περισσότερο πονούσε η συνειδητοποίηση πως ο Στέλιος είχε χρησιμοποιήσει τη βία ως προειδοποίηση, θεωρώντας πως μπορούσε να τιμωρεί όποιον στεκόταν εμπόδιο στις επιθυμίες του. Η Ειρήνη δεν ήταν πια μόνο μια γυναίκα που προσπαθούσε να προστατεύσει την αδελφή της. Ήταν και η ίδια θύμα ενός ανθρώπου που είχε μετατρέψει την ατιμωρησία σε όπλο.
Όταν η Μαργαρίτα έμαθε τι είχε συμβεί, κατέρρευσε. Κατάλαβε πως ο Στέλιος δεν θα σταματούσε από μόνος του και πως η σιωπή τους δεν τους προστάτευε. Για πρώτη φορά, αντί να ζητήσει συγγνώμη από την αδελφή της που δεν την είχε ακούσει, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Με τη στήριξη της Ειρήνης και ανθρώπων που εμπιστεύονταν, εγκατέλειψε τον σύζυγό της. Έφυγε από το σπίτι παίρνοντας μόνο τα απαραίτητα για την ίδια και το νεογέννητο παιδί της, που είχε γεννήσει λίγες ημέρες νωρίτερα. Η Ειρήνη φρόντισε να καταγραφούν οι τραυματισμοί τους και να κινηθούν οι νόμιμες διαδικασίες για τις επιθέσεις και τις απειλές. Δεν ήταν εύκολο. Ο Στέλιος προσπάθησε να τις εκφοβίσει, να διαστρεβλώσει την αλήθεια και να τις παρουσιάσει ως γυναίκες που ήθελαν να τον καταστρέψουν. Εκείνες, όμως, είχαν πια καταλάβει πως η σιωπή δεν θα τις έσωζε.
Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι. Η Μαργαρίτα προσπαθούσε να συνέλθει από την κακοποίηση και να φροντίσει το μωρό της, ενώ η Ειρήνη συνέχιζε να εργάζεται για να καλύπτει τα έξοδά τους. Δεν υπήρχε πλέον η πολυτέλεια να περιμένουν κάποιον να τις σώσει. Έπρεπε να ξαναχτίσουν τη ζωή τους με τα μέσα που είχαν και να μάθουν να εμπιστεύονται ξανά τον εαυτό τους.
Η Ειρήνη πήρε μια απόφαση που θα άλλαζε τη μοίρα τους. Νοίκιασε έναν μεγαλύτερο χώρο και μετέτρεψε το εργαστήριό της σε κανονικό οίκο ραπτικής. Οι παραγγελίες αυξάνονταν, οι πελάτισσες την εμπιστεύονταν και η δουλειά της άρχισε να αποκτά φήμη πέρα από τη γειτονιά. Μέσα σε λίγα χρόνια απασχολούσε αρκετές γυναίκες, πολλές από τις οποίες είχαν βρεθεί σε δύσκολη θέση και χρειάζονταν μια ευκαιρία να σταθούν οικονομικά στα πόδια τους.
Η Μαργαρίτα, από την άλλη, αναζητούσε έναν τρόπο να ξαναβρεί τον εαυτό της. Η εμπειρία της με τον Στέλιο την είχε κάνει να φοβάται τους ανθρώπους και να αμφιβάλλει για την κρίση της. Ωστόσο, η επιθυμία της να προσφέρει στους άλλους δεν είχε σβήσει. Παρακολουθώντας τη φροντίδα που είχαν δείξει οι νοσηλεύτριες στην Ειρήνη κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, αποφάσισε να εκπαιδευτεί στη νοσηλευτική. Με κόπο και επιμονή ολοκλήρωσε τις σπουδές της και άρχισε να εργάζεται σε ένα μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο.
Η ζωή τους δεν έγινε ξαφνικά ανέφελη. Υπήρχαν βράδια που η Ειρήνη ξυπνούσε από εφιάλτες και ημέρες που η Μαργαρίτα ένιωθε να την κυριεύει ο φόβος. Όμως δεν ήταν πια μόνες ούτε εξαρτημένες από εκείνους που τις πλήγωσαν. Μεγάλωναν τα παιδιά τους σε ένα σπίτι όπου η αγάπη δεν απαιτούσε υποταγή και όπου η διαφωνία δεν τιμωρούνταν με χτυπήματα.
Ο Στέλιος εξαφανίστηκε για ένα διάστημα από τη ζωή τους. Κυκλοφορούσαν φήμες πως είχε εγκαταλείψει την Αθήνα, πως είχε μπλέξει με ανθρώπους στους οποίους χρωστούσε χρήματα και πως οι επιχειρηματικές του φιλοδοξίες είχαν καταλήξει σε οικονομική καταστροφή. Οι αδελφές δεν τον αναζήτησαν. Δεν χρειάζονταν να τον βλέπουν για να θυμούνται όσα τους είχε κάνει.
Δεν τον είχαν ξεχάσει, όμως, η Ειρήνη θυμόταν κάθε νύχτα στο νοσοκομείο, κάθε φόβο της Μαργαρίτας και κάθε στιγμή που είχε αισθανθεί ανήμπορη να προστατεύσει τους ανθρώπους που αγαπούσε. Η Μαργαρίτα θυμόταν τις υποσχέσεις που είχαν γίνει παγίδα, τα χρήματα που είχαν χαθεί και τις φορές που είχε κατηγορήσει τον εαυτό της για τη βία που δεχόταν. Για μεγάλο διάστημα, η οργή τους υπήρξε ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσαν να κρατήσουν μακριά την απόγνωση.
Με τα χρόνια, όμως, η επιθυμία τους για εκδίκηση άλλαξε μορφή. Δεν ήθελαν να γίνουν όμοιες με τον άνθρωπο που τις είχε κακοποιήσει. Ήθελαν να δουν την αλήθεια να αναγνωρίζεται και εκείνον να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των πράξεών του. Η δικαιοσύνη, κατάλαβαν, δεν ήταν η ίδια με την ανταπόδοση του πόνου κι ύστερα ήρθε εκείνη η νύχτα στο νοσοκομείο.
Ήταν χειμωνιάτικο βράδυ, όταν η Μαργαρίτα ανέλαβε τη βάρδιά της και παρέλαβε τους φακέλους των νέων ασθενών. Ανάμεσά τους βρισκόταν ένας άντρας που είχε μεταφερθεί εσπευσμένα μετά από σοβαρό καρδιακό επεισόδιο. Η κατάστασή του ήταν κρίσιμη και χρειαζόταν συνεχή παρακολούθηση.
Το όνομα που διάβασε στη σελίδα του φακέλου έκανε τα δάχτυλά της να παγώσουν.
Στέλιος Καραλής.
Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη. Δεν ήταν βέβαιη αν έπρεπε να αισθανθεί φόβο, θυμό ή εκείνη την παράξενη ανακούφιση που γεννιέται όταν κάτι που σε καταδιώκει για χρόνια εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά σου. Ο άντρας που είχε μετατρέψει τη ζωή της σε φυλακή βρισκόταν τώρα σε ένα κρεβάτι, αδύναμος, εξαρτημένος από τους ανθρώπους που κάποτε περιφρονούσε.
Η Μαργαρίτα ενημέρωσε αμέσως τον υπεύθυνο γιατρό για την προσωπική της σχέση με τον ασθενή και ζήτησε να μην αναλάβει τη φροντίδα του, ώστε να μην υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων. Η απόφασή της δεν ήταν εύκολη. Ένιωθε πως ένα κομμάτι του παρελθόντος είχε επιστρέψει για να την αναγκάσει να κοιτάξει κατάματα τον φόβο της. Όμως δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει την ιδιότητά της για να βλάψει κανέναν.
Μόλις τελείωσε τις απαραίτητες διαδικασίες, τηλεφώνησε στην Ειρήνη. Η αδελφή της έφτασε στο νοσοκομείο λίγο αργότερα. Στάθηκαν μαζί έξω από τον θάλαμο, χωρίς να μιλούν. Από το τζάμι έβλεπαν τον άντρα που κάποτε είχε αποφασίσει πως οι ζωές τους τού ανήκαν. Τώρα δεν είχε ούτε τη δύναμη να σηκωθεί από το κρεβάτι.
Η Μαργαρίτα αισθάνθηκε τα χρόνια να περνούν μπροστά της σαν εικόνες. Θυμήθηκε την ημέρα του γάμου της, τα πρώτα σημάδια που είχε προσπαθήσει να κρύψει, το μωρό της στην αγκαλιά και την αδελφή της να της υπόσχεται πως δεν θα την άφηνε ποτέ ξανά μόνη. Η Ειρήνη, δίπλα της, είχε τις δικές της αναμνήσεις, τις δικές της πληγές, τη δική της οργή.
Θα μπορούσαν να είχαν φανταστεί εκείνη τη στιγμή με χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Για χρόνια είχαν αναρωτηθεί αν θα ένιωθαν δικαιωμένες όταν θα τον έβλεπαν να χάνει τη δύναμή του. Τώρα, όμως, η παρουσία του δεν έμοιαζε με νίκη. Ήταν μια τελευταία δοκιμασία, μια ευκαιρία να αποφασίσουν αν θα άφηναν τον άνθρωπο που τις είχε πληγώσει να καθορίσει για πάντα αυτό που θα γίνονταν.
Η Ειρήνη κοίταξε την αδελφή της. Είδε στο πρόσωπό της την ίδια νεαρή γυναίκα που κάποτε είχε φοβηθεί να εγκαταλείψει τον γάμο της, αλλά και τη γυναίκα που είχε βρει το θάρρος να φύγει, να ζητήσει βοήθεια και να ξαναχτίσει τη ζωή της. Δεν υπήρχε πια εκείνη η αδύναμη κοπέλα που πίστευε πως έπρεπε να υπομένει τα πάντα για να αποδείξει ότι αγαπούσε.
Η Μαργαρίτα έμεινε για λίγο ακόμη μπροστά στην πόρτα. Ύστερα γύρισε την πλάτη της και απομακρύνθηκε. Δεν χρειαζόταν να του πει τίποτα. Δεν χρειαζόταν να τον φοβίσει ούτε να τον απειλήσει. Η ζωή που είχε καταφέρει να χτίσει, η κόρη της που μεγάλωνε χωρίς να γνωρίζει τον φόβο ως καθημερινότητα και η δουλειά της, μέσα από την οποία φρόντιζε ανθρώπους που βρίσκονταν σε ανάγκη, ήταν η απάντηση που δεν είχε μπορέσει να δώσει τόσα χρόνια.
Ο Στέλιος πέθανε τα ξημερώματα, παρά τις προσπάθειες των γιατρών. Οι δύο αδελφές δεν βρίσκονταν δίπλα του όταν συνέβη. Δεν έκαναν τίποτα για να επιταχύνουν το τέλος του και δεν χρειάστηκε να παραβιάσουν τις αρχές τους για να αισθανθούν πως ένας κύκλος είχε κλείσει.
Βγήκαν από το νοσοκομείο λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος. Η Αθήνα ξυπνούσε αργά, με τους πρώτους ανθρώπους να κατεβαίνουν στους δρόμους και τα φώτα των καταστημάτων να σβήνουν ένα ένα. Η Ειρήνη στάθηκε για λίγο στο πεζοδρόμιο και κοίταξε τον ουρανό. Είχε περάσει σχεδόν μια ολόκληρη ζωή από τότε που είχε φύγει από την Κρήτη, κυνηγημένη από τις προκαταλήψεις, τις οικογενειακές απαιτήσεις και τις δικές της πληγές.
Τότε πίστευε πως ελευθερία σήμαινε να φύγεις μακριά από τον τόπο που σε φυλάκισε. Τώρα καταλάβαινε πως η πραγματική ελευθερία ήταν κάτι βαθύτερο. Ήταν να μη χρειάζεται να αποδείξεις την αξία σου σε κανέναν, να μπορείς να αγαπάς χωρίς να παραδίδεις την αξιοπρέπειά σου και να αρνείσαι να γίνεις αυτό που οι άλλοι προσπάθησαν να σε κάνουν.
Η Μαργαρίτα έπιασε το χέρι της, δεν μίλησαν για τον Στέλιο ούτε για όσα είχαν συμβεί. Δεν χρειαζόταν. Ανάμεσά τους υπήρχε μια ιστορία που δεν θα μπορούσαν ποτέ να αφηγηθούν ολόκληρη, γιατί ορισμένες πληγές δεν χωρούν στις λέξεις. Υπήρχε όμως και κάτι που κανείς δεν είχε καταφέρει να τους πάρει: η αγάπη τους, η αλληλεγγύη τους και η δύναμη να συνεχίζουν.
Χρόνια αργότερα, όταν οι κόρες τους μεγάλωσαν και άρχισαν να ρωτούν για το παρελθόν, οι δύο αδελφές τούς μίλησαν για την Κρήτη, για τα βουνά, για τη θάλασσα και για το παλιό σπίτι όπου είχαν γεννηθεί. Τους μίλησαν για τον παππού τους, που τις είχε αγαπήσει αλλά δεν είχε καταφέρει πάντα να τις προστατεύσει, και για τους ανθρώπους που κάποτε πίστευαν πως η τιμή μιας οικογένειας ήταν σημαντικότερη από την ευτυχία των παιδιών της.
Κυρίως, όμως, τους μίλησαν για τη δύναμη που χρειάζεται μια γυναίκα για να φύγει από έναν άνθρωπο που την κακοποιεί. Τους εξήγησαν πως κανένας έρωτας δεν δικαιολογεί τη βία, πως η υπομονή δεν είναι υποχρέωση και πως η συγχώρεση δεν σημαίνει επιστροφή εκεί όπου κινδυνεύεις.
Τους είπαν πως το θάρρος δεν είναι να μη φοβάσαι, αλλά να ζητάς βοήθεια ακόμη κι όταν φοβάσαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά και κάθε φορά που η θάλασσα της Κρήτης αγρίευε και τα κύματα χτυπούσαν με δύναμη τους βράχους, η Ειρήνη θυμόταν τα χρόνια που πέρασαν, τις επιλογές που την πλήγωσαν και τις αποφάσεις που την κράτησαν όρθια. Δεν ήταν περήφανη για τον πόνο που είχε ζήσει. Ήταν περήφανη που δεν τον άφησε να γίνει κληρονομιά στις επόμενες γενιές.
Γιατί οι κόρες του ανέμου δεν γεννήθηκαν για να εκδικούνται, ούτε για να σκύβουν το κεφάλι μπροστά σε εκείνους που τις θεωρούσαν αδύναμες. Γεννήθηκαν για να βρίσκουν τον δρόμο τους ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω τους γκρεμιζόταν και η μεγαλύτερη νίκη τους δεν ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου που τις είχε καταστρέψει.
Ήταν πως εκείνος δεν κατάφερε ποτέ να τους πάρει το δικαίωμα να ζήσουν.
Άννα Δανάλη
Προβολές : 135
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες, θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας, για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης, σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολογίου, μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε, καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιοδνήποτε τρόπο, το ιστολόγιο. Ο διαχειριστής του ιστολογίου, δεν ευθύνεται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Τονίζουμε ότι υφίσταται μετριασμός των σχολίων και παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, να έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα:
- Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές ή χυδαιολογίες.>
- Μην δημοσιεύετε άσχετα με το θέμα σχόλια.
- Ο κάθε σχολιαστής, οφείλει να διατηρεί ένα μόνον όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
- Με βάση τα παραπάνω, η διαχείριση, διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων, χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
- Επιπλέον σας τονίζουμε, ότι το ιστολόγιο, λειτουργεί σε εθελοντική βάση και ως εκ τούτου, τα σχόλια θα αναρτώνται μόλις αυτό καταστεί δυνατόν.

Η αληθινή ελευθερία είναι να μη χρειάζεται να αποδείξεις την αξία σου σε κανέναν.
Σωστή…