“Το σημάδι”

“Το σημάδι”

15 Οκτωβρίου, 2021 1 Από Καλλιόπη Σουφλή
Μοιράστε το

- 472 προβολές ( Μέτρηση έως 02:38:45 )

 

Πλέον είχε χαθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων κι απ’ ότι λέγανε οι ειδικοί επιστήμονες, πολλοί άνθρωποι δεν αρρώσταιναν, αλλά ο ιός τούς χρησιμοποιούσε ως ξενιστές για να εξαπλωθεί πιο εύκολα.

 

Ένα διήγημα είναι… μια αφήγηση στα χρόνια της δυστοπίας του κορονοϊού, που αποτυπώνει τα χαμένα μας συναισθήματα και την απουσία αισιόδοξης ματιάς για το μέλλον.

Ο Αργύρης, είναι ο καθένας από εμάς, που καθημερινά διαπιστώνει πως χάνεται η ζωή του… πως ελέγχεται η κάθε του κίνηση…

Αφηνόμαστε σε μια παλίρροια που μας οδηγεί στην άβυσσο…

Πρέπει να αντιδράσουμε… πρέπει να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο και να πάρουμε τις ζωές μας πίσω.

Αν χάσουμε την ψυχή και την πίστη μας, είμαστε χαμένοι…

Πάντα θα υπάρχει ένα σημάδι, που θα μας δείχνει το φως και τον τρόπο να παραμένουμε ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

 

Καλλιόπη Σουφλή

 

“Το σημάδι”

Γράφει ο Φώτης Νικολάου // *

Επειδή είχαν σταματήσει όλες σχεδόν οι πτήσεις των αεροπορικών εταιρειών λόγω του κορωνοϊού, είχαν δώσει και στον Αργύρη αναγκαστική άδεια. Ένα από τα email του Προέδρου και Διευθυντή της εταιρείας ήταν αυτό. Είχε σταλεί προς όλους τους συναδέλφους και μεταξύ άλλων έγραφε:

«Υπάρχει μια δύναμη στον κόσμο που ξεπερνά τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων του covid-19. Αυτή είναι ο χρόνος και ανεξάρτητα από οτιδήποτε γίνεται, ο χρόνος κυλάει όπως ένας γιγάντιος τροχός. Κάποιες φορές είσαι πάνω, άλλες όχι, αλλά πρέπει να παραμένεις στον τροχό… Επομένως, κρατήστε υγιείς τους εαυτούς σας, κρατήστε το ηθικό όσο ψηλά γίνεται… Έχουμε τους πόρους και την επιθυμία να διατηρήσουμε την εταιρεία σε καλή υγεία και μόλις ο covid-19 γίνει μια κακή ανάμνηση, θα φέρουμε πάλι όλους σπίτι και θα συνεχίσουμε το ταξίδι από εκεί που το σταματήσαμε…»

«Κύριε Διευθυντά, μήπως η ηθική επαναπροσδιοριζόταν αναγκαστικά τις μέρες αυτές και σεις όπως και άλλοι επιχειρηματίες, στην ουσία, δεν θα μπορούσατε να κάνετε τίποτα γι’ αυτό;…» σκεφτόταν δυνατά ο Αργύρης όταν διάβαζε το μήνυμα. Θεωρούσε μάλιστα ότι ο νέος ιός ήταν τέχνασμα της ανελέητης “Νέας Τάξης Πραγμάτων” για να σκορπίσει όχι μόνο θανάτους και φόβο στον κόσμο, αλλά και για να χαθούν τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων, να μειωθούν περαιτέρω οι συντάξεις. Κι όπως έλεγε και μια γειτόνισσά του, η κυρα-Ρένα, «σε λίγο θα παρακαλούμε να βγουν έξω από τους τάφους τους οι πεθαμένοι για να μπούμε εμείς μέσα, να γλιτώσουμε από τη συμφορά που μας βρήκε…»

Πραγματικά, ο Αργύρης φοβόταν μην χάσει την όμορφη ζωούλα του, που με κόπο και πολύ υπομονή είχε καταφέρει να δημιουργήσει μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση – και την κρίση αξιών φυσικά – της προηγούμενης δεκαετίας.

Στα τριάντα έξι του χρόνια είχε βρει αυτή τη δουλίτσα στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», εδώ κι ένα χρόνο τώρα, ένα μικρό σπιτάκι στην αγαπημένη του γειτονιά κι έτσι μια νέα καλύτερη ζωή ανοιγόταν μπροστά του.

Για συντροφιά είχε ένα κατοικίδιο. Μια γάτα. Τη Φρίντα! Μια ξανθοκόκκινη φουντωτή μπαλίτσα ήταν όταν την έφερε στο σπίτι… Χαδιάρα και παιχνιδιάρα.

Και φυσικά τον είχε επιλέξει αυτή κι όχι αυτός, όπως συνήθως λένε για τις γάτες, επειδή είναι ανεξάρτητα πλάσματα απ’ τη φύση τους.

Λέγεται δηλαδή, και το ξέρει καλά ο Αργύρης, ότι άπαξ και αποφασίσει η γάτα να σε έχει για αφεντικό της, δεν ξεκολλάει, είναι πιο καλή κι από σκύλο στην πίστη και στην τρυφερότητα.

Ήταν σπάνιο φαινόμενο να κυκλοφορεί κανείς μαζί με άλλον άνθρωπο στο δρόμο.

Το σύνθημα των ημερών ήταν ένα: «Καραντίνα».

Αυτές τις ζοφερές μέρες της άνοιξης του ’20, το μόνο που επιτρεπόταν ήταν η απομόνωση των πολιτών στα σπίτια και οι μοναχικοί περίπατοι σε μικρή ακτίνα γύρω από αυτά ώστε να αποφευχθεί η γρήγορη μετάδοση του ιού στην κοινωνία.

Απαγορευόντουσαν οι συναθροίσεις πολλών ατόμων σε εξωτερικούς χώρους.

Το τρομερό επίσης ήταν ότι πολλά από τα κρούσματα δεν είχαν κλινικά συμπτώματα με αποτέλεσμα να γίνονται ξενιστές και να σκορπούν τον θάνατο εν αγνοία τους στους άλλους.

Οι πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού κινδύνευαν άμεσα…. Οι πολίτες έπρεπε να κρατάνε αποστάσεις και να τηρούν τους κανόνες ατομικής υγιεινής και ασφάλειας μέσα σ’ έναν κόσμο παγκοσμιοποιημένο.

Σχεδόν όλοι φορούσαν χειρουργικές ή προστατευτικές μάσκες και γάντια.

Τα κράτη τρόμαζαν στην ιδέα ενός συστήματος υγείας που κινδύνευε να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή λόγω της πανδημίας. Αντισηπτικά και μάσκες γίνονταν ανάρπαστα μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο!

Περισσότερη αξία είχε πλέον μία προστατευτική μάσκα παρά οτιδήποτε άλλο!

Τι αξία είχαν πια τα υλικά αγαθά μπροστά στην υγεία!

Οι μοναχικές νύχτες για τον Αργύρη ήταν μεγάλο βάσανο. Τον φόβιζαν οι εικόνες από τις οθόνες των τηλεοράσεων και του ίντερνετ με τους εκατοντάδες διασωληνωμένους αρρώστους σε μονάδες εντατικής…

Φοβόταν τη “Νέα Τάξη Πραγμάτων” ακόμη κι αν αυτή ανήκε στη φαντασία του ή σε σαχλές θεωρίες συνομωσίας…

Ήταν άραγε αυτή η “Τάξη” που είχε εφεύρει το νέο ύπουλο ιό για να δοκιμάσει τις αντοχές των ανθρώπων και να προετοιμάσει ίσως το έδαφος για άλλη μία “επανεκκίνηση” της ανθρωπότητας από το μηδέν, προκαλώντας ένα ακόμη οικονομικό κραχ, έναν ακόμη παγκόσμιο πόλεμο;

Ή μήπως είχε ξεφύγει ο νέος κορωνοϊός από τα εργαστήρια κάποιου τρελού επιστήμονα; Ή τελικά όλα αυτά ήταν παιχνίδια του σατανά και επαληθεύσεις προφητειών;

 

Μόνο η Φρίντα παρέμενε ήρεμη και παιχνιδιάρα και τριβόταν στα πόδια του την ώρα του φαγητού.

Κι όμως, αν η Φρίντα είχε φωνή θα του μιλούσε με τη γατίσια σοφία της και θα του έλεγε πως η φύση τιμωρεί τους ασεβείς ανθρώπους σαν τη μητέρα που βλέπει τα παιδιά της να την περιφρονούν και να μην εκτιμούν το δώρο της ζωής που απλόχερα εκείνη τους προσφέρει.

Το γεγονός ότι αυτός ο ιός είχε ξεκινήσει πάλι απ’ το φάγωμα κάποιου ζώου ήταν τυχαίο;

Μήπως οι άνθρωποι το είχαν παρακάνει με τις διατροφικές τους συνήθειες;

Η γάτα αυτές τις δύσκολες ώρες της απομόνωσης ήταν το βάλσαμό του.

Η γλυκιά της παρουσία και το ντελικάτο αθόρυβο βάδισμά της, τον ηρεμούσαν απ’ το άγχος, την αγωνία που ένιωθε βαθιά στην καρδιά.

Την άκουγε συχνά να γουργουρίζει δίπλα του ευχαριστημένη.

Σχεδόν πάντα κοιμόταν μαζί του.

Τουλάχιστο όταν κατάφερνε να κοιμηθεί, γιατί η ανασφάλεια κι η μοναξιά συχνά τον άφηναν άγρυπνο, αφού όλο δυσοίωνες ήταν οι σκέψεις που έκανε.

Τώρα καταλάβαινε περισσότερο από ποτέ τη λέξη «κοινωνικότητα».

Ήταν τότε που μέσα στη μαύρη νύχτα το έριχνε στο διάβασμα ή άνοιγε το ραδιοφωνάκι ακούγοντας θρησκευτικούς ύμνους ή την ιερή ακολουθία του μεσονυκτικού για να ξεχαστεί:

«Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε, ιλάσθητι ταίς αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ανομίας ημίν. Άγιε επίσκεψαι και ίασαι τάς ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου. Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον»…

Καθώς λοιπόν τον έπαιρνε ο ύπνος, η γάτα ανέβαινε στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί δίπλα στο προσκέφαλό του, όπως συνήθιζε να κάνει.

Ένιωθε τα ελαφριά πέλματα της γάτας να δημιουργούν ανεπαίσθητες γούβες στο πάπλωμα.

Ύστερα, αφού ερχόταν πλάι του, αισθανόταν το γουργούρισμά της, την ανάσα της, τόσο κοντά στο πρόσωπό του που δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

Έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να αναπνεύσει. Πνιγόταν… Χρειαζόταν άμεσα οξυγόνο… Έβηχε ασταμάτητα… Λες κι η γάτα τού ρουφούσε τη ζωή…

Η Φρίντα τότε μεταμορφωνόταν σε νοσοκόμα και τον πλησίαζε…

Σκύβοντας πάνω απ’ το κεφάλι του, σαν φύλακας άγγελος, τον διασωλήνωνε για να διευκολύνει την αναπνοή του…

Μόλις κατάφερνε να αναπνεύσει, πεταγόταν πάνω ιδρωμένος, κάνοντας το σταυρό του. Για άλλη μία βραδιά έβλεπε τον ίδιο εφιάλτη…

«Κακός οιωνός» ψέλλιζε καθώς χάιδευε τρυφερά τη Φρίντα που του γουργούριζε συγκαταβατικά.

Την επόμενη μέρα, θέλοντας να βγει από το σπίτι για τα απαραίτητα, έστειλε το υποχρεωτικό μήνυμα από το κινητό του, στο νούμερο 13033, γράφοντας προσεχτικά τον αριθμό 2, τον κωδικό για τη μετακίνηση σε σούπερ μάρκετ ή φούρνο της γειτονιάς, το ονοματεπώνυμό του και τη διεύθυνσή του, έτσι όπως είχε οριστεί από το νόμο κατά τη διάρκεια της καραντίνας όλων ανεξαιρέτως των πολιτών.

Λαμβάνοντας το απαντητικό εισερχόμενο μήνυμα της πολιτικής προστασίας ως επιβεβαίωση της μετακίνησής του από την εστία του, κωδικός 2, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση οικίας, είχε μία ώρα στη διάθεσή του για να πάει να πάρει λίγο φαγητό και να επιστρέψει…

Κι όμως, το ότι είχε ένα σπίτι να γυρίσει και μια γάτα να τον περιμένει, αυτό από μόνο του τού έδινε δύναμη κι ελπίδα.

Βγαίνοντας έξω, μια ακόμα θλιβερή σκέψη τού πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό, σαν εκείνες που συνωστίζονταν στο μυαλό όλων αυτές τις στοιχειωμένες μέρες και νύχτες: οι άστεγοι.

Αμέσως, κούνησε νευρικά το κεφάλι του δεξιά-αριστερά για να απομακρύνει την άβολη σκέψη.

Μάλιστα σήκωσε και το χέρι του ψηλά σαν χαζός, κουνώντας το πέρα- δώθε, σαν να ήθελε να διώξει κάποια ενοχλητική μύγα.

Κι ενώ περπατούσε, οι λίγοι άνθρωποι που έκαναν κι αυτοί το ίδιο όπως κι αυτός, «μετακίνηση» μόνο για λίγα ψώνια ή βόλτα με το σκύλο ή άσκηση, του έδιναν την ψευδαίσθηση πως δεν ήταν μόνος του σ’ αυτόν τον κόσμο.

Δεν ήταν ο μόνος παλαβός! Παρατηρούσε πολλούς συνανθρώπους του, που με μάσκα και γάντια – ή χωρίς, οι πιο τολμηροί – καθώς τον έβλεπαν να πλησιάζει άλλαζαν πεζοδρόμιο για να μη βρεθούν σε απόσταση αναπνοής.

Μα κι αυτός, κι άλλοι πολλοί δύσμοιροι αυτό ακριβώς έκαναν στις μικρές περιορισμένες εξόδους τους. Κρατούσαν αποστάσεις.

Διαφορετικά κάποιο drone από ψηλά, ένα από αυτά τα ιπτάμενα μαραφέτια, ένα είδος καταδότη των ημερών, θα τους εντόπιζε αμέσως και η αστυνομία θα έκανε τη δουλειά της κανονικά και με το νόμο.

Επίπληξη ή και πρόστιμο ανάλογα με το πόσο υπάκουος ήταν κανείς, αλλά κυρίως για το πόσο είχε εκθέσει τον εαυτό του ή τους άλλους σε κίνδυνο.

Όλα ήταν κορωνοϊός και όλα έπρεπε να είναι υπό έλεγχο.

Κι αν για τον Αργύρη υπήρχε Μεγάλος Αδελφός, τώρα βρισκόταν στις επάλξεις του κι αλώνιζε τα έθνη.

Πολλοί τον προσπερνούσαν σαν να αντίκριζαν τον ίδιο το θάνατο!

Εκείνες τις μέρες, ο αφέντης του κάτω κόσμου, έμπαινε απρόσκλητος, σχεδόν αόρατος, στα σπίτια που είχαν την κατάρα, για να θερίσει πρώτα τους ηλικιωμένους· πίσω του τον ακολουθούσαν σε άθλια κατάσταση δεμένες δύο γυναίκες: η Ελευθερία και η κόρη του Ασκληπιού, η Υγεία…

Κι αν είχε τον ιό; Κι αν δεν το ήξερε;

Αλλά μήπως και ο Αργύρης δεν είχε τις επιφυλάξεις του όταν συναντούσε αγνώστους στο δρόμο;

Πλέον είχε χαθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων κι απ’ ότι λέγανε οι ειδικοί επιστήμονες, πολλοί άνθρωποι δεν αρρώσταιναν, αλλά ο ιός τούς χρησιμοποιούσε ως ξενιστές για να εξαπλωθεί πιο εύκολα.

Έτσι ο καθένας θα μπορούσε να μεταδίδει τον ιό άθελά του στους άλλους, μ’ ένα βήχα, ένα φτέρνισμα, ένα άγγιγμα, μια απλή χειραψία, ένα απλό ανθρώπινο χάδι. Μια καθημερινή κοινωνική επαφή, θα μπορούσε να τον στείλει στo νοσοκομείο με βαριά πνευμονία ή ακόμη και εγκεφαλίτιδα!

«Αυτό κι αν ήταν σατανικό!» σκεφτόταν ο Αργύρης.

Ένας απειροελάχιστος μικροοργανισμός είχε φέρει τα πάνω κάτω στις ισχυρές, ανθρώπινες κοινωνίες.

Σίγουρα, η επόμενη μέρα, θα έβρισκε τους ανθρώπους διαφορετικούς. Όπως και τον Αργύρη.

Όμως, το μόνο που δεν θα άλλαζε ποτέ στη ζωή του ήταν η δίψα του για Θεό.

Δεν το έκρυβε, αλλά ούτε και το διαλαλούσε.

Δυστυχώς οι εκκλησίες τις μέρες της δυστυχίας λειτουργούσαν σπάνια ή κεκλεισμένων των θυρών.

Πόσο του είχε λείψει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας!

Γιατί ο άνθρωπος που διψάει για Θεό δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνικό ον.

Και στενοχωριόταν που καθώς επέστρεφε με τη τσάντα στα χέρια, απέφευγε μηχανικά τους άλλους όπως ο διάβολος το λιβάνι.

«Πώς καταντήσαμε έτσι, Θεέ μου! Τι κακό μας βρήκε;» έλεγε μέσα του.

Κι έτσι όπως βάδιζε μόνος, του φάνηκε πως για πρώτη φορά στη ζωή του μπορούσε να ακούσει τα βήματά του.

Γιατί ο κόσμος γύρω του ήταν μια νεκρή ερημιά.

Η απορία του μόνο ήταν αν επρόκειτο για μια παγωμένη ερημιά ή για μια φλογισμένη ερημιά.

Μέσα στη τσάντα που κρατούσε τώρα είχε δύο μερίδες φαγητό. Μία για μεσημέρι και μία για βράδυ.

Τα οικονομικά του ήταν χάλια και έπρεπε από δω και στο εξής να απλώνει το χέρι μόνο μέχρι εκεί που άντεχε το πορτοφόλι του.

Λίγες ζεστές φακές, μία σαλάτα εποχής και δύο ατομικά φρέσκα φραντζολάκια ψωμί τού ήταν αρκετά.

Περπατούσε και ο Θεός τού έδινε θάρρος. Καρτερούσε το Θεό. Πάντοτε τον έψαχνε ή συχνά ζητούσε κάτι απ’ Αυτόν, μια κίνηση, ένα νεύμα, ένα σημάδι.

Τότε, σε μια γωνιά του δρόμου, του έρημου δρόμου, εμφανίστηκε. Τον είδε. Ήταν εκεί.

Φοβήθηκε. Έκανε ένα βήμα πίσω.

Του φάνηκε πως ερχόταν κατά πάνω του!

Του κατέβασε απότομα τη μάσκα κι άρχισε να τον φυλάει στο στόμα μανιασμένα!

Ένιωσε τη γλώσσα του σαν εκείνη του φιδιού να ελίσσεται ανάμεσα στα δόντια του.

Η ανάσα του βρωμούσε σαν του μεθυσμένου. Τον έσπρωξε μακριά και ούρλιαξε αηδιασμένος: «Φύγε μακριά! Τρελέ, θα με κολλήσεις!»

Το περιστατικό δεν είχε πραγματικά συμβεί, όμως όντως ήταν φλογισμένη η ερημιά που λίγο πριν αναρωτιόταν, γιατί τα μάτια που αντίκρυσε τελικά του θύμισαν αληθινό αγρίμι.

Πετούσαν σπίθες. Το πλάσμα αντίκρυ του δεν τον είχε πλησιάσει, μουρμούρισε μόνο κάτι σε μια γλώσσα άγνωστη.

Ψέλλισε λόγια ακαταλαβίστικα. Το βλέμμα του διαπεραστικό, καθηλωτικό.

Η όψη του θλιμμένη.

Βρώμικα, ανακατωμένα, καστανά σγουρά μαλλιά κάλυπταν το ταλαιπωρημένο πρόσωπό του.

Κι όμως όσο τον κοιτούσε καλύτερα παρατηρούσε ότι αυτός, ο κατά τα άλλα νέος άνθρωπος, κάποτε θα ήταν αλλιώς.

Θα είχε υπάρξει… άνθρωπος.

Ο καημένος φορούσε παλιόρουχα κι είχε μαζευτεί σαν αδέσποτο σκυλί έξω από τη διπλή καγκελόπορτα ενός κλειστού, σφραγισμένου δημοτικού σχολείου. Καθόταν στο πεζοδρόμιο μόνος του, κατατρεγμένος από ανθρώπους και δαίμονες.

Σιωπηλός υπέφερε τη μοίρα του, μάλλον ξεχασμένος απ’ όλους.

Ο Αργύρης χωρίς δεύτερη σκέψη άφησε την τσάντα με τα φαγητά δίπλα στον άστεγο κι έφυγε γρήγορα τρομαγμένος.

Είχε ήδη καθυστερήσει. Έβλεπε με ανησυχία τις ειδικές ομάδες της αστυνομίας να περιπολούν με τις μηχανές τις έρημες γειτονιές για να ελέγξουν τους παραβάτες.

Σίγουρα η Φρίντα στο σπίτι θα νιαούριζε με ανυπομονησία κι ενώ αυτή ήταν μια εικόνα καθησυχαστική, ξαφνικά ένα από τα drone της αστυνομίας πέταξε πάνω από το κεφάλι του.

Έμοιαζε με εξωπραγματικό κηφήνα. Ένα παράξενο βουητό ακούστηκε κι ύστερα μία ηχογραφημένη διαταγή:

«Απαγορεύεται η κυκλοφορία! Όλοι να επιστρέψουν στα σπίτια τους! Κρατάτε τις αποστάσεις!»

Τρόμαξε. Όμως πρόλαβε κι έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του, σ’ εκείνον τον άστεγο.

Άστεγος ήταν, όχι τέρας!

Και το μόνο που είδε τελευταία στιγμή καθώς απομακρυνόταν ήταν το δειλό, μοναχικό χαμόγελό του.

Αυτό, προς το παρόν, τον έκανε να ηρεμήσει και να επιστρέψει σπίτι.

 

* Ο Φώτης Νικολάου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η συγγραφή γι’ αυτόν είναι αγάπη, ένα είδος φυγής από την καθημερινότητα. Το 2019 το διήγημά του «Άντελ και Χάσαν» διακρίθηκε στον Πρώτο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος (Κέφαλος). Έχει εκδώσει μία συλλογή με πεζογραφήματα.

 

 

Πηγή

(Visited 471 times, 1 visits today)

Ετικέτες: ΚΟΡΟΝΟΙΟΣ

Μπορείτε να κάνετε δωρεά είτε με τον λογαριασμό σας στην Paypal αν διαθέτετε , η και με Visa ή Mastercard μέσω Paypal

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ


Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες, θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας, για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης, σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολογίου, μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε, καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιοδνήποτε τρόπο, το ιστολόγιο. Ο διαχειριστής του ιστολογίου, δεν ευθύνεται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Τονίζουμε ότι υφίσταται μετριασμός των σχολίων και παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, να έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα:
  • Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές ή χυδαιολογίες.>
  • Μην δημοσιεύετε άσχετα με το θέμα σχόλια.
  • Ο κάθε σχολιαστής, οφείλει να διατηρεί ένα μόνον όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
  • Με βάση τα παραπάνω, η διαχείριση, διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων, χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
  • Επιπλέον σας τονίζουμε, ότι το ιστολόγιο, λειτουργεί σε εθελοντική βάση και ως εκ τούτου, τα σχόλια θα αναρτώνται μόλις αυτό καταστεί δυνατόν.

Μοιράστε το