Μην παντρευτείς αν δεν έχεις μάθει να χωρίζεις.
Ζούμε σε μια εποχή που ο γάμος πλησιάζει την έννοια του φετίχ. Απόδειξη επιτυχίας, φωτογραφικό event, άλλοθι ζωής. «Πότε θα παντρευτείς;» ρωτάνε, κι εννοούν «πότε θα γίνεις επιτέλους κανονικός άνθρωπος;». Λες και η ληξιαρχική πράξη γάμου είναι πτυχίο ολοκλήρωσης ανθρώπινης ευτυχίας. Λες και το δαχτυλίδι στο χέρι αποδεικνύει πως κάτι μέσα σου δούλεψε, ωρίμασε, θεραπεύτηκε.
Το πίστευα και εγώ για πολλά πολλά χρόνια. Θυμάμαι, ανάμεσα στις φωτογραφίες και τα «να ζήσετε», μια σκέψη σχεδόν ανακουφιστική και παράλληλα τρομακτική. Τα κατάφερα, έφτασα. Νυμφευμένος! Δεν είχα φτάσει πουθενά. Απλώς ξεκινούσα.
Το δαχτυλίδι δεν είναι παρά ένα κομμάτι μέταλλο στο δάχτυλο. Ο γάμος δεν είναι απόδειξη ωριμότητας.
Και συνήθως αποκαλύπτει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα θέλαμε.
Αν μπεις σε έναν γάμο για να σωθείς από τη μοναξιά σου (και ας μην κοροϊδευόμαστε, ένα μεγάλο κομμάτι μας μπαίνει πάντα γι’ αυτό), δεν σώζεσαι. Κρύβεσαι.
Μόνο που ο γάμος είναι κακή κρυψώνα. Ό,τι έθαψες θα το βρεις δίπλα σου στο κρεβάτι, στο ίδιο σπίτι, στο ίδιο πρόσωπο, μεγεθυμένο.
Στις αρχές θυμάμαι, σχεδόν σε όλες μου τις σοβαρές σχέσεις φοβόμουν το άδειο σπίτι αλλά παράλληλα μου έλειπε τόσο πολύ.
Φοβόμουν τον εαυτό μου μέσα σε αυτό. Χανόμουν! Μου πήρε πολλύ προσωπική θεραπεία για να το ισορροπήσω.
Στα γραφεία των θεραπευτών κάθονται συχνά δύο άνθρωποι που παντρεύτηκαν για να μη συναντήσουν τον εαυτό τους. Τώρα μοιράζονται τον ίδιο καναπέ και δεν έχουν τίποτα να πουν.
Κάνουν σεξ από συνήθεια. Τσακώνονται για τα πιάτα, τα λεφτά, τα παιδιά, για το ποιος έκλεισε το φως. Ο καβγάς όμως δεν αφορά ποτέ τα πιάτα.
Ο πραγματικός καβγάς, αν είχε φωνή θα ακουγόταν κάπως έτσι…
«Γιατί δεν με ολοκλήρωσες;»
«Πού είναι η ευτυχία που μου έταξες;»
«Γιατί εξακολουθώ να νιώθω κενός;»
«Πώς τόλμησες να είσαι απλώς άνθρωπος;»
«Γιατί δεν είσαι καλύτερος απο τον πατέρα μου;»
«Γιατί δεν με φροντίζεις όπως η μητέρα μου;»
Κάποιες από αυτές τις ερωτήσεις τις έχω κάνει κι εγώ. Όχι με αυτά τα λόγια. Με ύφος μπλαζέ, με σιωπή, με νεύρα προς τον ευατό μου με βαριές σκοτεινές σκέψεις.
Όλα όμως είναι κομμάτι της διαδικασίας ενηλικίωσης του ζευγαριού, μέσα απο αυτή ακριβώς την τριβή με τα σύμβολα και τα αρχέτυπα του γάμου.
Ο γάμος δεν είναι η αρχή της αγάπης. Είναι η δοκιμασία της.
Και για να την περάσεις, πρέπει να έχεις μάθει να χωρίζεις. Όχι απαραίτητα από τον άνθρωπό σου. Από τις ψευδαισθήσεις σου. Από την ανάγκη να σε σώσουν. Από την ιδέα ότι κάποιος άλλος ευθύνεται για το αν νιώθεις ολόκληρος.
Πέντε χρόνια τώρα, αυτό που βλέπω είναι ότι ο γάμος δεν είναι συγχώνευση. Τουλάχιστον όχι για μένα. Είναι συνάντηση, και η πραγματική συνάντηση είναι πιο δύσκολη απο την συγχώνευση! Για να συναντηθούν δύο άνθρωποι, πρέπει πρώτα να υπάρχουν ως δύο.
Το «εγώ κι εσύ γίναμε ένα» ακούγεται ωραίο στα τραγούδια. Έχει πεταλούδες, ηλιοβασιλέματα και όμορφες φωτογραφίες.
Στην ζωή, όμως, το «ένα» γίνεται εύκολα φυλακή μέσα σε μία σχέση.
Όταν πρέπει να μικρύνω εγώ για να χωρέσει το «εμείς».
Όταν σε χρειάζομαι για να ξέρω ποιος είμαι.
Όταν η απουσία σου δεν μου φέρνει απλώς λύπη, αλλά εξαφάνιση.
Αυτό δεν είναι αγάπη. Είναι συγχώνευση, ένας πολύ ευγενικός τρόπος να εξαφανιστούν δύο άνθρωποι και να απομείνει ένας μηχανισμός εξάρτησης που τον αποκαλούν «σχέση».
Αυτό είναι το «χωρίζω» που εννοώ. Κάθε μέρα, μέσα στον ίδιο μου τον γάμο. Να χωρίζω τις προσδοκίες μου από την πραγματικότητα, την ανάγκη από την αγάπη, τον φόβο από την επιλογή. Την εικόνα που έχω φτιάξει για τη γυναίκα μου από τον άνθρωπο που κάθεται πραγματικά απέναντί μου. Το παιδί που ήμουν από τον ενήλικα που καλούμαι να γίνω. Δεν τα καταφέρνω πάντα. Όμως πορεύομαι με αυτό.
Φυσικά και χρειάζομαι αγκαλιά, τρυφερότητα, προσοχή, ειδικά τις φορές που δεν μπορώ να τα δώσω εγώ στον εαυτό μου. Και ακριβώς αυτές τις στιγμές γίνεται η μαγική «σύνδεση» στο ζευγάρι.
Όταν μπορώ να επικοινωνήσω ένα «σε χρειάζομαι» χωρίς να το κάνω υποχρέωση.
Όταν το ζητάω αντί να το απαιτώ, και εκείνη είναι ελεύθερη να μου πει και «όχι».
Γιατί τότε, όταν έρχεται η αγκαλιά, ξέρω ότι δεν μου τη χρωστούσε.
Μου τη χάρισε.
Κανείς δεν ξεκινά έτοιμος. Όλοι μπαίνουμε σε αυτή τη σχέση φορτωμένοι με «δώρα». Πληγές, φόβους, εξαρτήσεις, ασυνείδητες συμφωνίες, προσδοκίες που ούτε ξέρουμε ότι έχουμε. Εγώ κουβαλούσα την πεποίθηση (μαζί με εκατοντάδες άλλες) ότι αν δεν είμαι χρήσιμος, θα με αφήσουν. Για χρόνια την έλεγα «φροντίδα».
Κανείς δεν έχει λύσει όλα τα θέματά του πριν πει το «ναι», και αυτό είναι ΟΚ.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μπαίνεις στον γάμο πληγωμένος.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν απαιτείς από τον άλλον να οργανώσει τη ζωή του γύρω από τις πληγές σου.
Όταν ονομάζεις την εξάρτηση αγάπη, τον φόβο εγκατάλειψης αφοσίωση, τον έλεγχο ενδιαφέρον, την ανάγκη πεπρωμένο.
Εκεί χρειάζεται δουλειά. Πρώτα ο καθένας με τον εαυτό του, και μετά οι δύο μαζί.
Βιώνω πως ο γάμος είναι πράγματι μια συνέχεια της ατομικής θεραπείας του καθενός. Μια συνάντηση με όσα έχουμε προβάλει πάνω στον άντρα, στη γυναίκα, στη μητέρα, στον πατέρα, στον σωτήρα, στον εγκαταλείποντα.
Ο άλλος δεν έρχεται για να σε ολοκληρώσει. Ούτε να γίνει το άλλο σου μισό, ούτε τέτοιες μπούρδες. Έρχεται, χωρίς καν να το ξέρει, και φωτίζει τα σημεία όπου εσύ λείπεις ακόμα από τον εαυτό σου.
Εκεί αρχίζει η πραγματική, με ουσία σχέση. Όχι όταν βρεις «το άλλο σου μισό», αλλά όταν δύο άνθρωποι σταματήσουν, όσο μπορούν, να ζητούν ο ένας από τον άλλον να είναι μισοί.
Και ναι, εννοώ και τον κυριολεκτικό χωρισμό. Όχι ως απειλή. Ως δυνατότητα.
Δεν μένω επειδή δεν θα άντεχα να φύγω.
Μένω επειδή θα άντεχα, και κάθε μέρα διαλέγω να μην το κάνω γιατί είμαι πιστός πρώτα απο εμένα για εμένα.
Όποιος μένει από φόβο, σε γάμο ή σε σχέση γενικότερα, απλά δεν μένει. Κρατιέται.
Ο γάμος ως δέσμευση προς τον εαυτό σου μπορεί κάποτε να γίνει και πραγματική δέσμευση προς έναν άλλον άνθρωπο.
Μόνο τότε, ίσως, το «γάμησέ τα γάμος» να γίνει «και γαμώ τους γάμους».
Από το βάρος στην ευλογία. Από τη φυλακή στην ελευθερία. Από το «σε χρειάζομαι» στο «σε αποδέχομαι».
Ο γάμος που γεννιέται από ανάγκη γίνεται εύκολα φυλακή.
Ο γάμος που ξαναγεννιέται κάθε μέρα από αποδοχή, θεραπεία και ευγνωμοσύνη μπορεί να γίνει σπίτι.