Ο Μπάμπαλης στρίβει τα χέρια, ο Μάλλιος τα δάχτυλα, ο Λάμπρου επιστατεί, δίνει εντολές και ξεθυμαίνει πότε πότε χτυπώντας ο ίδιος προσωπικά. Είναι τέλεια ερημιά, είναι τέσσερις που με χτυπάνε και γω έχω την εντύπωση ότι μπορώ να τους αντισταθώ. Αμύνομαι.
Προβολές:606
Έχουν περάσει 20 μέρες από την ημέρα που με πιάσανε. Δε χάραξα το βράδυ τη χαρακιά της ημέρας. Δεν πρόλαβα. Μ’ ανεβάσανε στην ταράτσα.

Η αλήθεια είναι πως με τους αριστερούς, δεν τα πήγαινε καλά η κυβέρνηση Παπαδόπουλου…
Η αλήθεια είναι πως υπήρχαν στην αστυνομία, και κάποια καθάρματα που βασάνιζαν απάνθρωπα τους αριστερούς…
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ, ΜΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ…
Η αλήθεια είναι πως η δικτατορία του Παπαδόπουλου, άλλαξε την Ελλάδα με τεράστια έργα ΧΩΡΙΣ ΜΙΖΕΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΤΕΧΝΙΕΣ…
Να τα λέμε όλα… και τα συν και τα πλην…
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ.
Καλλιόπη Σουφλή

“…Μπήκανε στις δύο το πρωί στο σπίτι μου με τα περίστροφα στα χέρια και είπανε: “Μη φοβάστε, Αστυνομία” και η μάνα μου έπεσε λιπόθυμη.
Τριγυρίσανε και κάνανε το σπίτι άνω κάτω σα λυσσασμένα σκυλιά.
Ο Λάμπρου με ρώτησε αν μου αρέσει η μουσική του Θεοδωράκη.
Δεν ήξερα πώς συμπεριφέρονται σε αστυνομικούς που κάνουνε έρευνα. “Γιατί με ρωτάτε, είμαι καλλιτέχνις”, τους είπα και μου έσπασε το δίσκο με το “Τραγούδι του Νεκρού Αδερφού”.
Τους παρακάλεσα ό,τι είναι να γίνει να μη γίνει μεσα στο σπίτι.
Φοβήθηκα τις φωνές, τη μάνα μου λιποθυμισμένη δίπλα, την πολυκατοικία, – η ζωή κυλάει ήρεμα στην Αθήνα – και μου είπανε να φύγουμε. (…)
Έμαθα περίεργα πράγματα απόψε. Πώς μπορεί να σε χτυπάνε και να μην πονάς!
Ο Λάμπρου διέταξε να μου σπάσουν το χέρι.
Ο Μπάμπαλης τον πρόλαβε: “Μην κουράζεστε, κύριε προϊστάμενε! Εγώ!”.
Και άρπαξε αυτός το χέρι μου.
Εγώ περίμενα το σπάσιμο για να ξεσπάσω.
Σκεφτόμουνα, όταν ήμουνα μικρή, είχα πέσει από την αχλαδιά του κήπου μας και είχα σπάσει το χέρι μου, ούτε που το κατάλαβα.
“Έτσι θαναι και τώρα”, σκεφτόμουνα, “την ώρα που θα σπάσει ούτε που θα το καταλάβω”.
Άρχισα να ξεφωνίζω, μηχανικά σχεδον, όταν είδα από μακριά το φως ενός σπιτιού. Και αυτό ήτανε λάθος, φαίνεται…
Με ξαναβάλανε γρήγορα μέσα στ’ αυτοκίνητο και ανεβήκαμε πιο πάνω. Εκεί τέλεια ερημιά. Πρέπει να προσέχουμε τις ώρες κοινής ησυχίας!
Ο Λάμπρου μου λέει “Όλα θα μας τα πεις απόψε εδώ. Βιαζόμαστε. Δε φεύγεις ζωντανή αν δε μας τα πεις όλα απόψε!”.
Προσπαθώ να συμμαζέψω το ξεσκισμένο μου φουστάνι και τα αίματα που τρέχουν από τη μύτη μου.
“Τότε θα την εκτελέσουμε”, και ο Μπάμπαλης βγάζει το πιστόλι του και το ακουμπάει στον κρόταφό μου.
Παίζει το μεγάλο του νούμερο.
“Δε με νοιαζει, πώς το λένε, κύριε Μπάμπαλη. Και κάτι πάρα πάνω. Το εύχομαι. Ξέρω πολύ καλά τι με περιμένει, αν δεν εκτελέσεις την απειλή σου. Κάντο, εμπρός λοιπόν”. “Σκοτώστε με!” Δε με νοιάζει”, τους φωνάζω.
Αυτό δεν ήτανε σκόπιμο. Αφηνιάσανε. Παρατάνε το πιστόλι και βγάζουνε τα ματσούκια. Τόξερα, δε θα τολμούσαν να με σκοτώσουν πριν βγάλουν από μένα ό,τι θέλανε να βγάλουν.
Με ξαπλώσανε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και ο σοφέρ βαράει φάλαγγα.
Ο Μπάμπαλης στρίβει τα χέρια, ο Μάλλιος τα δάχτυλα, ο Λάμπρου επιστατεί, δίνει εντολές και ξεθυμαίνει πότε πότε χτυπώντας ο ίδιος προσωπικά. Είναι τέλεια ερημιά, είναι τέσσερις που με χτυπάνε και γω έχω την εντύπωση ότι μπορώ να τους αντισταθώ. Αμύνομαι. Ειναι αστείο.
“Θα σταματήσουν άμα χαράξει”, σκέφτομια, “ως τότε αντέχω”.
Δε μιλάω, δεν απαντάω. Μόνο φωνάζω από καιρό σε καιρό. Ακούω τη φωνή μου και υπάρχω.
Με βγάζουν από το αυτοκίνητο, με σπρώχνουνε κάτω στο χώμα, δεν πολυκαταλαβαίνω τι γίνεται.
Μόνο όλο μου το κορμί γεμίζει αγκάθια. Και ξαφνικά σταματήσανε.
Ο Λάμπρου, ο κ. Προϊστάμενος κουράστηκε. “Δε βγαίνει τίποτα μ’ αυτήν έτσι. Αυτήν στο μηχάνημα της αλήθειας”.
“Λες ψέματα, κύριε προϊστάμενε, σας ξέρω καλά”, σκέφτομαι, δεν υπάρχει μηχάνημα. Αν μου βγάλεις τα νύχια και μου κάψεις το κορμί μου με τσιγάρα, δε χρειάζεσαι το μηχάνημα. Θα το κάνεις μόνος σου, γιατί έτσι θα σ’ αρέσει περισσότερο”.
Φτάσαμε στην Μπουμπουλίνας.
Ο αξιωματικός υπηρεσίας που με παραδώσανε, μου έκανε “στριπτήζ”.
Κοίταξε μήπως έχω τσιμπιδάκια στα μαλλιά μου.
Μου κράτησε ό, τι θα μπορούσα να κλείσω μέσα στη φούχτα μου για να μη νιώθω μόνη.
Μου κράτησε και την κουβέρτα.
Με περάσανε από ένα μεγάλο κρατητήριο – άντρες, γυναίκες, όλοι ξαπλωμένοι, κοιμόντουσαν.
Μου άρεσε η ιδέα, αλλά προχωρήσαμε πιο κάτω και με ρίξανε εδώ μέσα. Το κελί μου έχει Νο 18.
Από σήμερα ονομάζομαι 18. (…)
Μια φασαρία γίνεται έξω. Κάποια πόρτα κελιού ανοιγοκλείνει. Τις ακούω καθαρά. Είναι του φρουρού.
“Για κοίτα, ρε, που πήγα να βρω τον μπελά μου… στο τσακ σε πρόλαβα ρε πούστη…. Ρε, εμένα δε μου ξεφεύγει βελόνα. Τι θέλεις δηλαδή να παραστήσεις, που πήγες να κόψεις τις φλέβες σου με χαλίκι. Εδώ κάτω εγώ είμαι υπεύθυνος και θα μου βάλεις εσύ μπελά στο κεφάλι μου. Άι σιχτίρ! Με χαλίκι. Συνάδελφε, ε, ρε, συνάδελφε, έλα δω, γρήγορα. Σκυλιά, ψόφο δεν έχετε…”.
Υπάρχει κι αυτό λοιπόν. Κόβεις τις φλέβες σου και τελειώνει η ιστορία.
Μόνο ο φρουρός, λέει, θα βρει τον μπελά του. Πρέπει να τον παίρνουνε τώρα.
Κολλάω πάνω στην πόρτα του κελιού μου.
Ποιος; Γιατί; Θα ζήσει; Θα τον προλάβουνε άραγε; Τι νάναι το καλύτερο; (…)
Μας κλείσανε σ’ αυτά τα κελιά. Κανείς δεν υπάρχει.
Είτε κλάψεις, είτε πονέσεις, κανείς δε γνοιάζεται.
Ποιος γνοιάζεται για το διπλανό που βγάζει τα πνευμόνια του;
Μόνο μην τους πεθάνεις.
Αυτό απαγορεύεται από τον κανονισμό.
Και απάνω όταν χτυπάνε το προσέχουνε.
Δε θέλουνε μπερδέματα.
Δύσκολες μετά οι διατυπώσεις.
Το αποφεύγουν.
Ξέρω ότι έχουν ένα γιατρό, Κιούπη τον λένε, και προσέχει.
Κρατάει το σφυγμό, και τους λέει αν μπορούν ή όχι να προχωρήσουν.
Ξέρει να συνεφέρνει, και δίνει καρδιοτονωτικά όταν τους κάνουνε ηλεκτροσόκ.
Ωστόσο στην Αθήνα εξαφανίστηκαν κάμποσοι. Και δυο τρεις οικογένειες διατάχτηκαν να παραλάβουν φέρετρα σφραγισμένα.
Εν τούτοις “η Επανάστασις υπήρξεν αναίμακτος…”.
Και γω είμαι μόνη μου. Δε θέλω κανένα. Δεν έχω φίλους, δεν έχω σπίτι. Δεν έχω κανένα. Δεν έχω ελπίδα. Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει. Την πάσα ελπίδα….
“Μάνα μου!”, μου ξεφεύγει μια κραυγή.
Εδώ είναι κόλαση. Τότε, ακούω ένα χτύπημα στον τοίχο.
“Ντουκ”. Αλαφιάζομαι. Στηλώνω τ’ αυτί μου: “Ντουκ, ντουκ, ντουκ, ντουκ”.
Θάναι το 17, το διπλανό κελί. Μα αυτός πριν λίγο έβγαζε τα πνευμόνια του. Είναι για μένα; Του χτυπάω κι εγώ: “Ντουκ, ντουκ”.
Μου απαντάει αμέσως σαν σύνθημα: “Ντουκ, ντουκ, ντουκ, ντουκ, ντουκ, ντουκ”.
Δεν είμαι μόνη μου λοιπόν;
Είμαστε ε μ ε ί ς και α υ τ ο ί. Γκρεμίζω τους τοίχους του κελιού μου.
“Ντουκ, ντουκ, ντουκ, ντουκ, ντουκ”. Σβήνω τον Δάντη. Να μην υπάρχει. Να μην έρθει κανείς ύστερα από μένα και το βρεί. Ψάχνω να βρω κάτι άλλο. Κάτι ενθαρρυντικό. Παλικαρίσιο. Στίχους του Ρίτσου, ίσως. Τίποτα όμως δε μου φτάνει, “ΝΤΟΥΚ”, θα έγραφα μόνο. (…)
Έχουν περάσει 20 μέρες από την ημέρα που με πιάσανε. Δε χάραξα το βράδυ τη χαρακιά της ημέρας. Δεν πρόλαβα. Μ’ ανεβάσανε στην ταράτσα.
Όταν με κατεβάσανε, είχα το κουράγιο να ψάξω να βρω τις ασπιρίνες.
Τις μέτρησα. Θάταν 7 ή 8.
Δε φτάνανε. Τα χέρια μου είναι παράλυτα και δε με υπακούνε να πάρουνε ένα χαλίκι από το τσιμέντο.
Με χτύπησαν αλλά πόνο δε νιώθω.
Θέλω να φωνάξω, αλλά φωνή δε βγαίνει, να μ’ ακούσει όλη η απομόνωση. Θέλω ένα πυρωμένο σίδερο να κάψω τα μέλη που μ αγγίξανε. Θέλω περισσότερες ασπιρίνες. (…)
Δε λύγισα στον πόνο. Σχεδόν δεν πόναγα. Τρόμαξα. Τώρα που ξέρω δε θα τους ξαναφοβηθώ.
Δε φοβάμαι τους διεστραμμένους δήμιους, το παρανανοϊκό πρόσωπο του Σπανού, τον πάγκο με τα σκοινιά, το σκοτάδι της ταράτσας και τα νερά του πλυσταριού.
Έχω στο στόμα μου τη γεύση της πατσαβούρας, στ’ αυτιά μου το μηχάνημα της μοτοσυκλέτας.
Βλέπω μπροστά μου το μούτρο του Σπανού και πάνω απ’ όλα μισώ το κορμί μου που λιγοψύχισε.
Και τους περιμένω. Φτάνει να ρθούνε.
Είμαι έτοιμη. Τώρα δε με νοιάζει που το μυαλό μου δε δουλεύει. Δε μου χρειάζεται. Τώρα που έχω αποφασίσει, τώρα ξέρω πώς μετριέσαι μαζί τους.
…Δεν έρχονται. Περιμένουν ίσως να γίνουν καλά τα πόδια μου.
Ο γιατρός που τα εξήτασε δεν τα τα βρήκε σπασμένα. Βγαίνω μια φορά την ημέρα για την τουαλέτα.
Πετάω το φαϊ μου και ξαναγυρίζω σούρνωντας τα πέδιλά μου. (…)
Είδα πως θέλανε να με κάνουνε κομμάτια και έμοιαζαν σαν κανίβαλοι. Τους είδα να ηδονίζονται την ώρα που σπαρτάραγα.
Αυτή ήταν η δουλειά τους. Δε με ξέρανε καθόλου. Δεν ξέρανε ίσως την υπόθεσή μου, δε θα περιμένανε προαγωγή από την επιτυχία τους απάνω μου.
Θεέ μου, από πού τους έχουνε μαζέψει και είναι τόσο ειδικοί στη “δουλειά” τους;
Μόνο το μούτρο του Σπανού ήταν ανέκφραστο. Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου μάτια τόσο ξερά.
“Θα καθαρίσουμε οι δυο μας”, μου λέει και σφυρίζει μάγκικα στα “παιδιά” που περιμένανε.. (…)
Όσην ώρα αυτός ο ξανθός με τους παραφουσκωμένους μυς βάραγε φάλαγγα, όλοι οι άλλοι χοροπηδάγανε απάνω μου, πατούσαν στο στομάχι μου, μου σφίγγανε το λαιμό, μου ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια.
Τι βλακεία μου να τους φωνάξω ότι θέλω να βλέπω όση ώρα με βασανίζανε… Γιατί κείνη τη στιγμή κάποιος πήγε ν’ ανάψει το φως.
Ο Σπανός όμως τον πρόλαβε: “Όχι φως, αφού θέλει να βλέπει, θα μείνει στο σκοτάδι. Κάψτε της τα μάτια!”. (…)
Την άλλη μέρα το πρωί ο φρουρός, αυτός ο λιμοκοντόρος ο στιφός, ήταν λαλίστατος.
-Τα πράγματά σου. Μου κόπηκε η μιλιά. -Μάζεψε τα πράγματά σου, φλυάρισε.
-Γιατί;
-Φεύγεις.
-Δηλαδή;
-Φεύγεις από δω, αγρίεψε.
-Και πού θα με πάνε; επιμένω.
-Δεν ξέρω.
Αυτό δεν το περίμενα. Νόμιζα πως θά μενα όλη μου τη ζωή εδώ κάτω. Πως το πολύ πολύ θα μ’ απολυμαίνανε μαζί με τους κοριούς. (…)
Αρχίζει η Οδύσσεια του ανεβάσματος (…)
Φτάνουμε στο τέταρτο…
“Εδώ”, ακούω κάποιον να λέει.
Ανοίγουνε ένα δωμάτιο. Μπαίνει φως. Θαμπώνουμαι. Κλείνω τα μάτια μου και πέφτω σε μια καρέκλα.
Ένα σωρό ζεστά, συμπαθητικά πρόσωπα με περιτριγυρίζουν. Τρέχουν να μου φέρουν νερό. -Τι έχεις;
-Χρώματα, λέω. Υπάρχει κόκκινο, κίτρινο, πράσινο. Χρώματα…
Τα χέρια με σφίγγουν , μ’ αγκαλιάζουν.
Άγγισμα ανθρώπινο. Υπάρχει λοιπόν. Είμαι φαίνεται σαν αγρίμι. Άπλυτη, αχτένιστη, αδύνατη, λένε οι κοπέλες, πολύ αδύνατη. (…)
Το χειρότερο είναι οι νύχτες. Την πρώτη φορά που άκουσα ουρλιαχτά, το καζάνι, τη μοτοσυκλέτα, έπαθα κρίση.
Αρνήθηκα ν’ ακούσω. Βούλωσα τ’ αυτιά μου και οι κραυγές τα φτάνανε.
Εγώ είχα περάσει τη διαδικασία μου.
Είχα δει τα σπασμένα κεφάλια, τα πρησμένα πόδια, τα παλικάρια να σέρνονται με την κοιλιά και να περπατάνε στα τέσσερα.
Είχα πάει η ίδια στην ταράτσα. Αλλά αυτό όχι! Αρνιέμαι να τ’ ακούσω. Δεν αντέχω.
Ήρθαν τότε κοντά μου οι κοπέλες και μου μίλησαν.
“Μην κάνεις έτσι. Γιατί αυτό συμβαίνει πολύ συχνά. Και πρέπει να το αντέξεις.
Θ α τ ο σ υ ν η θ ί σ ε ι ς”, μου είπαν και τα μάτια τους ήταν γεμάτα φρίκη.
Τότε κάθισα και γω ήσυχη στη γωνιά μου. Στήλωσα τα μάτια στον τοίχο και ά κ ο υ γ α. Μόνο σε μια στιγμή έπιασα το χέρι της Κλειώς για βοήθεια.
Η Ελένη μουρμουρίζει: 152, 153, 154… ήταν τα χτυπήματα που μέτραγε. (…)
Εδώ φέρανε και τον Αντρέα. Μόλις τον πιάσανε, τον βάλανε στο δίπλα δωμάτιο. Πρόλαβε να μας ρωτήσει. “Βαράνε πολύ;”. Και μεις δεν προλάβαμε να του απαντήσουμε. (…)
Περιμέναμε την ώρα που θα τον ανεβάζανε πάνω. Τραγουδάγαμε και του χτυπάγαμε συνθηματικά στον τοίχο. Τον ξεπροβοδίζαμε.
Είχε πάθει τρεις διασείσεις. Δεν ξέραμε πώς θα ξανακατέβαινε κάτω.
Τα τρανζίστορ άρχισαν να παίζουν στη διαπασών.
Το βασανιστήριο ήταν σίγουρο..
Μου θύμιζε τα θύματα στα ρωμαϊκά ιπποδρόμια, ή κάτι θηρία στη ζούγκλα που τα κλείνουν σε κλουβιά για να τα κατασπαράξουν, σε κάτι περίεργα θηράματα, που κάνουν σπορ οι Ευρωπαίοι.
Και όμως υπήρχε μια μάχη που θα δινότανε…
Primera Linea del fuego πρώτη γραμμή του πυρός. Τον ανεβάσανε και τον κρατήσανε μέχρι να ξημερώσει.
Όλο το βράδυ είμαστε μαζί του.
Σε μια στιγμή που έπαψαν ν’ ακούγονται χτυπήματα, η μοτοσυκλέτα, και ακούγαμε μόνο ουρλιαχτά, τότε δεν αντέξαμε.
Η Χρυσή έβαλε υστερικές φωνές και η Αριάδνη τιναζότανε από σπασμούς.
Εγώ έλεγα και ξαναέλεγα δυνατά:
“Να πεθάνει να πεθάνει. Να μη βασανίζεται άλλο”.
Ακούγαμε τα νερά που τού ρίχνανε και τον Κιούπη που ανεβοκατέβαινε.
Τα ξημερώματα είπε:
“Φτάνει. Δε θ’ αντέξει άλλο”.
Τότε πέσαμε και μεις να κοιμηθούμε.
Όταν την άλλη μέρα κοιτάξαμε από την τρύπα του δωματίου, είδαμε ένα μάτσο κρέας ματωμένο. Κι όμως η μάχη δόθηκε. Όταν ο Αντρέας μας ξανακοίταξε, με το παραμορφωμένο πρόσωπό του ανάμεσα στα αίματα και τα γένια, χαμογελούσε. Τους είχε νικήσει. (…)
Ξέρεις γιατί άντεξες; Ξέρεις γιατί αντέξαμε όλοι; Είναι αυτό που είπε η Νατάσα μια μέρα στο φρουρό στην απομόνωση. Τριών μηνών έγκυος έπαθε αποβολή από το ξύλο.
“Μπορώ να μείνω σ’ ένα κελί μικρότερο από τούτο δω, 100, 200 μέρες, αν χρειαστεί. Μια ώρα να βάλουνε εσένα, εδώ μέσα θα σκάσεις. Εγώ μπορώ να μείνω γιατί έχω δίκιο”.

(Απόσπασμα από το βιβλίο της «Μπουμπουλίνας 18», εκδόσεις Θεμέλιο 2005
Η Κίττυ Αρσένη ήταν ηθοποιός, απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Καρόλου Κουν και αδελφή του πολιτικού Γεράσιμου Αρσένη.
Αυτή που ίσως δεν είναι πολύ γνωστή είναι η μετα την χούντα πορεία της Αρσένη.
Ουσιαστικά έπαιζε τον ρόλο της γέφυρας της τότε Ανανεωτικής Αριστεράς με την Αριστερή πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, που εκφράζονταν από την ομάδα Αρσένη.
Αυτή εκπαραθυρωθηκε από το ΠΑΣΟΚ μετά την επικράτηση των νεοφιλελε υπό τον Σημίτη, και την ενσωμάτωση του στην αντίστοιχη τάση προσχώρησης και των τότε σοσιαλδημοκρατών (Μπλερ, Σμιτ κλπ) σε αυτό το στρατοπεδο.
Προβολές : 606
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες, θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας, για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης, σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολογίου, μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε, καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιοδνήποτε τρόπο, το ιστολόγιο. Ο διαχειριστής του ιστολογίου, δεν ευθύνεται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Τονίζουμε ότι υφίσταται μετριασμός των σχολίων και παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, να έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα:
- Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές ή χυδαιολογίες.>
- Μην δημοσιεύετε άσχετα με το θέμα σχόλια.
- Ο κάθε σχολιαστής, οφείλει να διατηρεί ένα μόνον όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
- Με βάση τα παραπάνω, η διαχείριση, διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων, χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
- Επιπλέον σας τονίζουμε, ότι το ιστολόγιο, λειτουργεί σε εθελοντική βάση και ως εκ τούτου, τα σχόλια θα αναρτώνται μόλις αυτό καταστεί δυνατόν.
ΈΛΑ ΜΩΡΕ ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ, ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΠΛΟΙ ΑΚΟΜΜΑΤΙΣΤΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥ ΤΗ ΖΗΣΑΝ, ΜΟΝΟΛΟΓΟΥΝ ΑΚΟΜΑ “ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΕ”!…
ΉΤΑΝ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΌΠΟΥ ΦΥΛΑΚΙΣΘΗΚΑΝ, ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΚΑΝ Ή ΣΚΟΤΩΘΗΚΑΝ(;) ΤΑ ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΆΤΟΜΑ!…
ΚΥΝΗΓΟΥΣΕ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥΣ ΕΝΕΡΓΟΥΣ-ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΕΣ(ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΕΣΣΔ Ή ΤΗΝ ΚΙΝΑ), ΠΑΡΑ ΤΗ “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”!… ΜΑΖΙ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥΣ ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΤΕΣ ΙΔΕΟΛΟΓΟΥΣ ΚΤΛ ΠΟΥ ΒΛΕΠΑΝ ΜΟΝΟ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ-ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΛΟ ΠΟΥΘΕΝΑ!…
ΦΥΣΙΚΑ ΓΙΝΑΝ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ-ΑΛΛΑ ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΠΙ “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ” ΔΕΝ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ ΞΥΛΟ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΣΤΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ;…
ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΕΞΟΡΙΑ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΜΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΥΠΟ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΈΜΟΙΑΖΕ!… ΟΙ ΊΔΙΟΙ ΠΟΥ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ “ΕΞΟΡΙΑ”, ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΕΣ ΕΞΟΡΙΕΣ ΤΩΝ “ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΩΝ”!…
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΜΕΤΡΗΤΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ, ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΤΛ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ-ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΤΕ ΜΟΝΟ ΤΩΝ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ “ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΩΝ”, ΠΟΥ ΤΑ ΠΡΟΒΑΛΟΥΝ ΌΛΑ ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ!…
Η ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΘΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ, ΕΥΤΥΧΟΥΣΕ ΚΙ ΕΥΗΜΕΡΟΥΣΕ ΤΗΝ 6ΕΤΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΌΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΜΗΔΑΜΙΝΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΑ ΙΔΕΩΔΗ ΚΤΛ!…
Η ΓΝΩΣΤΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΙΣΟΠΕΔΩΣΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ-ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΠΟΤΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ” ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ!…
ΤΟ ΊΔΙΟ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΚΑΙ ΠΡΟ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑΝΤΗΔΕΣ!…
Ο ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΠΟΥ ΈΡΙΞΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ(ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ) ΉΤΑΝ ΥΠΟΚΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΠΟΥ ΔΕ ΉΘΕΛΑΝ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΡΟΚΥΡΗΞΕΙ ΣΕ ΛΙΓΟΥΣ ΜΗΝΕΣ(ΜΕ ΝΕΑ ΜΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΟΚΡΑΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ),
ΚΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΙΧΑΝ ΔΡΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙ ΤΗ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΠΟΥ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΣΕ ΆΡΙΣΤΑ ΩΣ ΑΡΧΟΜΑΝΗΣ-ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΙΣΗΣ ΑΡΧΟΜΑΝΗ ΜΑΚΑΡΙΟ!…
https://m.youtube.com/watch?v=LnPB4zFrYE4&pp=ygU9zrzOsc69zr_PgiDPh86xz4TOts63zrTOsc66zrfPgiDOs865zrEgz4DOsc-AzrHOtM6_z4DOv8-FzrvOvw%3D%3D