
Όταν ήμουν παιδί οι διακοπές μου στο χωριό των γονιών μου ήταν για μένα η προσδοκία και το όνειρο όλου του χρόνου!
Η μέρα, ή μάλλον νύχτα που μπαίναμε στο καράβι και το πρωί βγαίναμε στο λιμάνι του πιο όμορφου νησιού του παιδικού μου κόσμου, φάνταζε για μένα μαγική!
Αργότερα μεγάλη πια συνέχισα να πηγαίνω διακοπές εκεί που νόμιζα ότι ανήκω πάντα, έστω και αν είχα γεννηθεί και είχα μεγαλώσει δυστυχώς στην Αθήνα!!!
Πάντα ένοιωθα ξένη στην πόλη αυτή και ποτέ δεν μπόρεσα να τη συνηθίσω…
Θυμάμαι κάποια φορά πριν αρκετά χρόνια, μη με ρωτάτε πόσα, που αποφάσισα να πάω στο νησί χειμώνα.
Δραπέτευσα για δύο εβδομάδες, στις γιορτές των Χριστουγέννων και παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου (δεν είχα σύζυγο και παιδί τότε) ότι ο χειμώνας δεν είναι καλός στο χωριό εγώ έφυγα με το αεροπλάνο και προσγειώθηκα καταχείμωνο σ΄ ένα παραμεθόριο νησί στην άκρη της ανατολής.
Έμενα πάντα φιλοξενούμενη στο σπίτι του θείου μου (αδελφού της μαμάς μου) που με θεωρούσαν και με θεωρούν ακόμη, αυτός και η γυναίκα του σαν κόρη τους. Βλέπετε έχουν τρεις γιούς, τα αγαπημένα μου ξαδέλφια, και η κόρη γι΄ αυτούς ήταν ευπρόσδεκτη!

Ήταν μία αγροτική καθαρά οικογένεια, με τα ελαιοκτήματά τους και με τα ζώα τους!
Το γαϊδουράκο το Μάρκο, που είχε ένα βλέμμα γεμάτο κατανόηση και γαϊδουρινή υπομονή όταν με σήκωνε στην πλάτη του. Τα ξαδέλφια μου πάντα μου παραχωρούσαν τη θέση, σαν πιο καλομαθημένη και άμαθη στα δύσβατα μονοπάτια του βουνού.
Το σκύλο τους τη Λίζα, και πέντε κατσικούλες!!
Λάτρευα και λατρεύω το κατσικίσιο γάλα και εκείνες είχαν την ευχαρίστηση να μου το φιλεύουν χωρίς βαρυγκωμιά!
Αρχηγός τους ήταν η γηραιότερη, την έλεγαν Σάμπα και αυτή τις οδηγούσε παντού.
Της άρεσε να κάνει διαολιές όπως να περνάει στα ξένα κτήματα, κάτι που ήξερε πολύ καλά ότι απαγορευόταν!
Όταν της έμπαινε στο νου να πηδήξει το φράκτη γύριζε με προσοχή να δει αν τη βλέπει ο θείος μου!
Εκείνος μόλις την έβλεπε δεν μίλαγε αλλά της έκανε νόημα με το χέρι να γυρίσει πίσω και εκείνη…. χωρίς δεύτερη κουβέντα ΓΥΡΙΖΕ ΑΠΡΑΓΗ!!!
Μιλάμε για εκπληκτική νοημοσύνη. Ήξερε το όνομά της και καταλάβαινε αμέσως τι ήθελες από αυτήν!
Εκείνο το χειμώνα λοιπόν τον ξεχωριστό για μένα, με έπαιρναν μαζί τους στο βουνό, στο λιομάζωμα που για μένα φυσικά δεν ήταν δουλειά, αλλά πανηγύρι…
Όλο το πρωί μαζεύαμε ελιές οι γυναίκες και οι άνδρες πάνω στα δένδρα με ψηλές βέργες (τέμπλες τις λένε) ράβδιζαν (δηλαδή έριχναν) τις ελιές στα δίχτυα.
Το μεσημέρι κουρασμένοι καθόμασταν γύρω στη φωτιά για φαγητό, μ΄ ένα τσουκάλι να βράζει από το πρωί με κουκιά ή φασόλια, ελιές, τυρί, αυγά , χωριάτικο ψωμί και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς για πρόχειρο αγροτικό κολατσιό.
Κουβέντα, αστεία, γέλια, τραγούδι… Υπέροχες στιγμές, όλοι μαζί, άνθρωποι και ζωντανά μέσα στον ελαιώνα…
Μία τέτοια μέρα λοιπόν σκάρωσα το παρακάτω ποίημα που βγήκε μέσα από την ψυχή μου!
Σας το αφιερώνω μετά την προηγούμενη ομολογώ σκληρή ανάρτησή μου, για να απαλύνω τη φρίκη που όλοι νοιώσαμε και να τονίσω για άλλη μια φορά ότι η ζωή μας αποκτά νόημα όταν αντιληφθούμε ότι είμαστε αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης και μόνο όταν συμβιώνουμε αρμονικά μαζί της νοιώθουμε πληρότητα, γαλήνη και ευτυχία!!!
ΑΓΓΙΓΜΑ ΨΥΧΗΣ!
Σαν το παιδί
μ’ ανέμελη ψυχή
ξεχύθηκα στου κάμπου
την απεραντοσύνη,
Γαλήνια, απέραντη ερημιά,
μεσ’ τη ματιά μου έκλεισα
μια θάλασσα ευλογημένη ελιά
και το κεφάλι έγειρα
στου ίσκιου της την κλίνη.
Σιγά το σώμα έκλινα
στο χώμα να λυγίσει
και μ’ αγωνία γονάτισα
εκεί στα ζώα σιμά τους,
δειλά το χέρι άφησα
σε χάδι να κυλήσει
απαλό απά στο τρίχωμά τους.Ω πόση ημεράδα στην καρδιά
Και τι γλυκιά αλήθεια, ευτυχία
Το βλέμμα στρέψανε σε με
και είδα
πως τούτα δω τα ζώα στη ματιά
κρύβουν συμπόνοια
για την ανθρώπινη τη μοναξιά
κι απελπισία
κι ένοιωσα τότε μέσα μου
βαθειά κρυφή ελπίδα !!Γέμισ’ η ανάσα
αγέρα του βουνού,
χαμένη μέσα στην καρδιά
του ατέλειωτου ελαιώνα
το τέλος ψάχνω νάβρω τ’ ουρανού
και νοιώθω σαν μι’ ασήμαντη στιγμή
στο χάος του αιώνα!!!
Επιλεγμένοι στίχοι από άλλον ένα νοσταλγό της ζωής κοντά στη φύση. Κώστας Κρυστάλλης:
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.
Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος.
Άραγε, Πόσες Πατρίδες αξιώθηκαν τέκνα που τις αγάπησαν τόσο στα 26 μόλις χρόνια
που πρόλαβαν να ζήσουν;
Τραγούδι της ξενιτιάς
https://dromospoihshs.gr/2020/11/19/abathemasexenitiakrystallis/
Τι μου θυμίσατε τώρα… Κώστας Κρυσάλλης… από το 1974 και μετά, αλώθηκαν τα βιβλία που μαθαίναμε για τους ποιητές και τους συγγραφεις που άφησαν το στίγμα τους σ’ αυτή την Πατρίδα… έπεσαν σαν ακρίδες οι καριόληδες οι οβριοί που ήταν στο παιδαγωγικο ινστιτούτο και πέταξαν έξω όλο τον Πολιτισμό, την Ιστορία μας, την Πίστη μας… Και τα κουμ ΜΟΥΝΙΑ οι εκπαιδευτικοί το δέχθηκαν…
Τα πάντα…. Καμία μεταφορά δώσιμο της μαγείας του πολιτισμού μας …
Ο κάθε ένας … Ότι τράβηξε και κατάλαβε… Αντί αυτά να είναι σπόρος στις παιδικές ψυχές….
Και δάσοι αγέροχα … Με την σοφία του χρόνου… Σε μεγάλες ηλικίες…
Φύλακες…
Πίστεως και πατρίδος …
Τα κατάφεραν…. Από όλες τις μεριές .
ΟΛΑ Η ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ…
ΥΠΕΡΟΧΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΞΑΙΣΙΟ
ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΚΛΕΒΩ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΟΝΟΜΑ ΦΥΣΙΚΑ
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΑ
ΜΕ ΑΜΕΡΙΣΤΗ ΑΓΑΠΗ
Μεγάλη ψυχή αυτή που το γράφει…