Τα Χριστούγεννα στο χωριό μου... Γλυκιές αναμνήσεις από μια άλλη Ελλάδα... πιο ανθρώπινη... πιο δεμένη...

Τα Χριστούγεννα στο χωριό μου... Γλυκιές αναμνήσεις από μια άλλη Ελλάδα... πιο ανθρώπινη... πιο δεμένη...

17 Δεκεμβρίου, 2022 4 Από Καλλιόπη Σουφλή
Προβολές:561
Μοίρασέ το

Καλλιόπη Σουφλή

Γράφει ο Παναγιώτης Σκληρός

Από τις αρχές του Δεκέμβρη ο παπά-Ταξιάρχης , ο αείμνηστος παππάς του χωριού μας, μάζευε τις γυναίκες κι εμάς τα μικρά  μετά το μεσημεριανό και πρίν αρχίσει τον εσπερινό τακτοποιούσαμε τα της εκκλησίας της Παναγίας , στην κορυφή της κατάλευκης σκάλας που θα έπρεπε κι αυτή να ασπριστεί για τις γιορτές των Χριστουγέννων.

Οι γυναίκες γυάλιζαν τα μπρούτζινα μανάλια και τα δύο μεγάλα κηροπήγια κι εμείς διάφορες  βοηθητικές  δουλειές όπως τα στασίδια, τα στρωσίδια, τα δικά μας άμφια, τα καντήλια και κυρίως να φτιάξουμε  κάτι χαρτάκια που με επιδέξιο τρόπο μας μάθαινε πώς να τα κόβουμε και μετά να τα ανοίγουμε και ήταν  τόσο ομοιόμορφα!

Τα βάζαμε στα κηροπήγια για να μην λερώνονται απ το λιωμένο κερί.

Πυρετός κάθε απόγευμα για να ετοιμάσουμε την εκκλησία. Καθαρίζαμε και τις εικόνες,  να μην έχουν σκόνες κι όχι μόνο αυτές που συνδέεται η λατρεία τους με τα Χριστούγεννα αλλά όλες. Κατεβάζαμε και καθαρίζαμε ακόμα κι εκείνες πάνω απ το ιερό, του «δωδεκάορτου».

Από μέρες, μπορεί και κάνα δεκαήμερο νωρίτερα, ο κόσμος  εκτός από τις αγροτικές δουλειές που ήταν κυρίως το μάζεμα της ελιάς,  ετοιμαζόταν  και για άλλες δουλειές όπως οι γυναίκες  για το στρώσιμο του σπιτιού με τις καρπέτες και τα στρωσίδια που τα έπλεναν στο ποτάμι και τα στέγνωναν όποτε είχε ήλιο με δόντια ή ξεροβόρι αλλά –κυρίως οι άντρες- και για το τραπέζι των Χριστουγέννων.

Όσοι είχαν αγόραζαν καινούργια παπούτσια ή παραγγέλνανε  με στάμπο  στον μπάρμπα Βασίλη τον Πεντεσπίτη που τον έπαιρνε ο ίδιος με το χοντρό μολύβι του.

Πάταγες γερά στο χαρτόνι, ο μάστορας το σημάδευε γύρω γύρω και μην έψαχνες μετά αν σε χτυπάει το παπούτσι γιατί εσύ  θα έφταιγες.

Το μολύβι δεν έκανε λάθος.

Εκτός απ τον Πεντεσπίτη, παπούτσια έφτιαχνε κι ο Νίκος ο Μαργώνης αλλά έφερνε έτοιμα κι ο Φλίππος ο Καπέος μερικά νούμερα σε διάφορα χρώματα κι αν ξέμενε κανένα ή ήταν λίγο στραπατσαρισμένο, έπεφτε η τιμή του κι έτσι βολευόμαστε κι οι άλλοι.

Απ τον Καπέο ήταν και τα δικά μου τα κατακόκκινα που μου πήρε ο πατέρας μου γύρω στα 8-9 χρόνια μου .

Αυτό το χρώμα είχε ξεμείνει.

Όμως ήταν ωραία, καινούργια αλλά ήταν από βακέτα και με 2-3 κλωτσιές στη μπάλα γδερνόταν κι η φθορά φαινότανε κι αυτό  έφερνε και καμιά χεροκολιά γιατί έπρεπε να τα προσέχω.

Οι νοικοκυράδες -άμα τις άφηνε ο καιρός- ασβέστωναν τις λιθιές και τα σπίτια γύρω γύρω, τα τζάκια κι ότι άλλο ήταν από πέτρα.

Οι άντρες έκαναν κουμάντο για το τι θα φάει η φαμελιά.

Ερχόταν βέβαια και το… κανίσκι από τη βαβά απ το χωριό που θα είχε δυο-τρεις σφήνες τυρί, κρασί, κάνα καρβέλι ψωμί, μπορεί και καμία κότα αν υπήρχε κι οπωσδήποτε πορτοκάλια, το φρούτο του χειμώνα.  

Το κυρίως φαγητό δεν ήταν γαλοπούλες κλπ. αλλά  οι περισσότερες οικογένειες είχαν το γουρουνάκι τους που το έτρεφαν απ το καλοκαίρι  και μεγάλωνε τρώγοντας  ότι έμενε απ το σπιτικό φαγητό.

Το γουρουνάκι  το δικό μας το φωνάζαμε Γκιουζέπο κι ήταν εκεί δίπλα στην καλύβα, η αγαπημένη παρέα της «Μαλτέζας»της γίδας που μας έδινε το γάλα που πίναμε και της «Γαράμπως»της γαιδουρίτσας μας που έκανε όλες τις δουλειές, κουβαλούσε ξύλα να ζεσταθούμε, τα τσουβάλια τις ελιές στο λιτρουβιό αλλά πήγαινε κι εμάς στη βαβά στην Κοντάραινα ή στο Σπαρτιά να παίξουμε με τα ξαδέρφια μας.

΄Ηταν πολύ έξυπνο ζώο η «Γαράμπω» και καταλάβαινε  τον πατέρα όταν  γύριζε το βράδυ απ το καφενείο και κατέβαινε το σκαλί εκεί στο μαγαζί του Γιάννη του Δρακάτου και χλιμίντραε κι εμείς λέγαμε «έρχεται ο πατέρας»

Ο Γκιουζέπος είχε αγαπήσει πολύ το ρέτσι που ήταν το τελευταίο προϊόν απ το γάλα μετά το τυρί και το μόγαλο αλλά και τις λιχουδιές που του φέρναμε απ το βουνό, όπως βελανίδια, κάνα σύκο, παλιόμηλα ή κολοκύθια, κυδώνια που βρίσκαμε στην άκρη του δρόμου, κορόμηλα,ρίζες από γαιδουράγκαθα ή σταφιλιώνους και που κάθε χρόνο είχε το ίδιο όνομα σαν… αθάνατος (Γκιουζέπος κάθε χρόνο) θα έφτανε να δικήσει όλους μας, κάνα συγγενή άμα ερχόταν στο τραπέζι, κάνα κομμάτι για κάποιον που ήταν λυπημένος ή ανήμπορος και να μείνει και λίγο κρέας για ακόμα δυο μέρες, να το παντρέψει η μάνα με καμιά πατάτα ή ρύζι.

Συνήθως το τραπέζι είχε σούπα αυγολέμονο γιατί εκείνα τα οικόσιτα γουρουνάκια  τα έβραζαν και μοσχοβόλαε ο τόπος.

Μερικοί το πήγαιναν στο φούρνο αλλά εμείς το φτιάχναμε στο σπίτι.

Δεν ήθελε η μάνα «να ξέρει ο κόσμος τι τρώμε» όπως έλεγε…

Χόρταινε η οικογένεια εκιές τις μέρες των Χριστουγέννων.

Το φαγητό που έμενε, όπως  το κρέας των Χριστουγέννων αλλά και του Πάσχα, σκεπαζόταν με μια μπόλια κι έμπαινε στο φανάρι μιας και ψυγείο δεν υπήρχε γιατί δεν υπήρχε ούτε ρεύμα.

Για γλυκό είχαμε κανένα του κουταλιού, συνήθως κυδώνι κοφτό ή πελτέ που το είχε ψηλά σε μια γυάλα που δεν το φτάναμε ή σαν δώρο εκείνο το  ζαχαρούχο γάλα που μπούκωνες με δυό κουταλιές..

Εκείνες τις μέρες οι οικογένειες που είχαν πρόβατα που γεννούσαν, έφτιαχναν και τα  κουρφούγγια. 

Ήταν το πρωτόγαλα από τις προβατίνες κι οι νοικοκυράδες ήξεραν απ τις παλιότερες τι να το κάνουν.

Ήταν ένα πηχτό γάλα που δεν πινόταν αλλά στο τηγάνι γινόταν ένα πολύ θρεπτικό έδεσμα και με λίγη ζάχαρη, μιά ανεπανάληπτη γευστική λιχουδιά.

Στο τραπέζι  συνήθως ερχόταν εκτός από εμάς του σπιτιού, κάποιος απ το σόι που μας προτιμούσε και μας έδινε τιμή με τον ερχομό του να φάμε μαζί ανήμερα τα Χριστούγεννα.

Ερχόταν μερικές φορές κι ο θείος ο Αντρέας απ την Πάτρα και μας έφερνε κάνα ρουχαλάκι αλλά και κάνα παιγνιδάκι απλό όπως τον βάτραχο τον τσίγκινο που μας άρεσε πολύ γιατί κάναμε πλάκα.

Το ρεύμα απ την ΔΕΗ ήρθε στη Βασιλική στην δεκαετία του 60 παρόλο που ο κοινοτικός φωτισμός υπήρχε από την ιδιωτική εταιρεία Φατούρου που παρήγαγε ρεύμα με μηχανές που καίγανε πετρέλαιο.

Παλιότερα λέγανε ότι ο Δήμαρχος Δ.Κολυβάς φώτιζε μερικούς δρόμους και την κοινοτική βρύση με ασετιλίνη!!  

Το δικό μας  σπίτι φωτιζόταν ανάλογα την περίσταση με μία ή δύο λάμπες πετρελαίου που η καθημερινή πρωινή συνήθεια ήταν να καθαρίζει η μάνα το λαμπογυάλι  με εφημερίδα αφού πρώτα το είχε χουχουλιάσει για νάναι κάπως υγρό..

Στο σπίτι υπήρχαν βέβαια τα λυχνάρια που τα έφτιαχνε ο πατέρας στο εργαστήριο και βάζαμε λάδι κι ένα στριμμένο μπαμπάκι που μούσκευε και καιγόταν φωτίζοντας μια μικρή ακτίνα γύρω του.

Μ αυτά τα λυχνάρια και με κάνα λουμίνι που κι αυτό έκαιγε λάδι με μπαμπάκι (αριστερά στη φωτογραφία) διαβάζαμε γιατί οι λάμπες ήταν για τον… γενικό φωτισμό.

Το σπίτι ήταν πεντακάθαρο, υπήρχαν πάντα φουστίνες απ τον κάμπο σ ένα γυάλινο βάζο που τόχε φέρει η θεία Ελένη η ξαδέρφη του πατέρα μου.

Εμείς τα μικρά, γυαλίζαμε τα παπούτσια μας με κάμελ και κλείναμε για τα καλά τα βιβλία του σχολείου για δεκαπέντε μέρες.

Τα ανοίγαμε τ’… άη Γιαννιού τα απόγιομα, τσίμα τσίμα να πούμε πως διαβάσαμε .

Θυμάμαι που εκείνη την πρώτη μέρα μετά τις διακοπές ο δάσκαλός μας ο Ταξιάρχης Πολίτης αλλά κι η αγαπημένη μας δασκάλα η Δήμητρα Πολίτη (Μητσούλα) μας μάλωναν γιατί δεν είχαμε διαβάσει, όπως λέμε τι δουλειά-τεμπελιά.

Επίσης μας έβαζαν και γυαλίζαμε με brasso  εκείνους τους μύλους του καφέ και τα χαβάνια τα χάλκινα γιατί θάπρεπε να γυαλίζουν όλα.

Όχι τίποτε άλλο αλλά νάχουμε και κάτι να κάνουμε εδώ που τα λέμε γιατί κλεισμένα μέσα λόγω της βροχής που συνήθως έπεφτε με το τουλούμι τέτοιες μέρες, το μόνο που θα κάναμε ήταν να τσακωνόμαστε για το τίποτα.

 Υπήρχε η σχετική κίνηση στην αγορά της Βασιλικής γιατί όσο νάναι και στη σαρακοστή όλο και κάτι ετοίμαζαν οι νοικοκυραίοι.

Έτσι κι αλλιώς είχε περάσει και μια σαρακοστή που εκτός από το κρύο του χειμώνα είχε και φαγητό λιτό, λάχανα, πατάτες,  κρεμμύδια, καμιά μαρίδα και αρκετές σαρδέλες.  

 Έπαιρναν κάνα κοφίσι που το κόβανε κομμάτια με το… πριόνι (ήταν κυριολεκτικά σαν ξύλο!!), το μούσκευαν μια βδομάδα και το κοπάναγαν λές κι έφταιγε τίποτα αυτό το αποξηραμένο ψάρι Νορβηγίας που ήταν πάντα εκτεθειμένο και κρεμασμένο ψηλά στα ταβάνια των μπακάλικων, ή μπακαλιάρο τίγκα στο αλάτι, ρέγγα (ρέγγο τον έλεγαν) που με το περιτύλιγμα της εφημερίδας  άναβαν και τον καψάλιζαν.

Οι ρέγγες ήταν χύμα, συσκευασμένες καμιά 50ριά σε μικρά ξύλινα κίτρινα τελάρα που σκεπαζόταν μ ένα κίτρινο επίσης σελοφάν.  

Άνοιγε λίγο στη ράχη ο ρέγγος, καψαλιζόταν το δέρμα κι ήταν έτοιμος με λαδάκι και μπόλικο λεμόνι για να συνοδέψει τη φασουλάδα ή τα ρεβίθια. Και τις πυρομάδες με τις ελιές τις «κολυμπάδες» συνόδευε ο ρέγγος κι ήταν πολύ πλούσιο τα βραδινό.

Ήταν πολύ αλμυρός βέβαια και έτρωγαν λίγο, όχι όλο σε μια καθησιά.

Πάντα βέβαια υπήρχαν κι και οι ξεροσαρδέλλες που τις πάστωναν οι ψαράδες με χοντρό αλάτι.

Σχεδόν το ίδιο φαγητό –λάχανα, φρέσκες πατάτες και πυρωμάδες- είχαμε και την παραμονή το βράδυ όπου με ιδιαίτερη κατάνυξη κόβαμε το σταυρό πάνω σ ένα μπουκάλι κρασί.

Τα λάχανα ήταν πάντα «χολάτα» ραδίκια απ το πλάι,πάνω απ την Πόντη που ήταν τα πιο νόστιμα γιατί ήταν ξερικά κι όχι καμπίσα γιαυτό και πίναμε και το ζουμί τους με λεμόνι!!.

Την παραμονή το βράδυ το φαγητό ήταν λιτό  όπως είπαμε και μάλιστα δεν στρώναμε τραπέζι αλλά εκεί δίπλα στο τζάκι που είχε ασπρίσει η μάνα μια μέρα πριν κι είχε τρία πεζούλια σχεδόν σκεπασμένα με διάφορα σεμενάκια που είχε φτιάξει η ίδια με αγγερίδι κι απάνω ήταν η ζάχαρη, ο καφές και οπωσδήποτε ένα λυχνάρι, στρώναμε καταής σχεδόν για ναναι το φαί μας ταπεινό όπως ταπεινά ήρθε κι ο Χριστός.

Ήταν βέβαια στρωμένα σαγιάσματα ή παλιά καθαρά τσόλια απ το λιουτρουβιό κι εμείς τα μικρά καθόμαστε σε κάτι σκαμνάκια χαμηλά ενώ οι μεγάλοι στα στρωσίδια ή σε μαξιλάρες που είχαν ροκόφυλλα.

Ο πατέρας χαράκωνε το σταυρό κι όλοι βάζαμε το χέρι μας, ακουμπάγαμε απ ένα κομμάτι, λέγαμε ευχές «χρονια πολλά και του χρόνου» και τρώγαμε τα λάχανά μας με την προσμονή (τα μικρά τουλάχιστον ) του αυριανού γιορταστικού φαγητού.

 Απ τις παραμονές η μάνα έπλενε στη σκάφη τα ρούχα μας με εκείνες τις τεράστιες  πλάκες το σαπούνι που είχανε φτιάξει από τη μούργα (σκουριά) που μένει στον πάτο της καπάσας με το λάδι και πολύ ποτάσα.

Η μπουγάδα απλωνόταν στα σκοινιά στην αυλή άμα δεν έβρεχε κι ήταν πολύ καλό νάχει και αέρα για να στεγνώνουν γρήγορα. Μετά ακλουθούσε το σιδέρωμα με το χειροκίνητο σίδερο με κάρβουνα απ το τζάκι ή απ το μαγκάλι που καμιά φορά καψάλιζαν και πέταγαν και σπίθες.

Το μαγκάλι ήταν επίσης χειροποίητο τσίγκινο.  Ήταν το θερμαντικό σώμα του σπιτιού.

 Άναβε έξω απ το σπίτι μέχρι να γίνουν τα κάρβουνα κατακόκκινα για να μην καπνίζει μες το σπίτι.

Έμπα έβγα 5-6 φορές μέχρι να είναι έτοιμο για να μπει στο σπίτι.

Για το βράδυ είχαμε ο καθένας το τούβλο του που ζεσταινόταν στο μαγκάλι πάνω σε πυροστιά.

 Κι όταν ερχόταν οι… «μετάνιες» του ύπνου, το παίρναμε αγκαλιά και βούρ για το κρεβάτι όπου αφού το κάναμε μια βόλτα μέσα στα ρούχα, τ αφήναμε στα πόδια μας κι έτσι ζεσταινόμαστε κουκουλωμένα με βαριές μεντανίες μέχρι το πρωί.

Απαραίτητο στην ατομική προετοιμασία ήταν κι ένα μπάνιο στη σκάφη με ζεστό νερό με το κύπελλο κι άντε να μην σε τσούζουν τα μάτια σου με την ποτάσα πούχε η πλάκα το σαπούνι ή να μη πουντιάσεις που όλο το σπίτι «έμπαζε».

Επίσης  ένα κούρεμα για τους άντρες στα κουρεία του Βλαντή ή του Σπύρου του Κορμόζου και τώρα τελευταία στου  Στέφανου του Κόττη, ήταν απαραίτητο.

Τα κάλαντα λίγα παιδιά τα έλεγαν -δεν ξέρω γιατί δεν έβγαιναν όπως τώρα όλα τα παιδιά- αλλά ο μπάρμπα Σπύρος ο Μερκούρης που ήταν τσαγκάρης και λίγο κουτσός γύριζε σε όλα τα σπίτια ,τα έλεγε και όλοι του έδιναν χρήματα αλλά και γλυκά και φρούτα.

Ήταν αγαπητός και άκακος άνθρωπος κι όλοι τον αγαπούσαν.

Επίσης θυμάμαι ότι τα κάλαντα δεν τα έλεγε παραμονή όπως κάνουμε σήμερα αλλά το πρωί-μετά την εκκλησία- και μάλιστα τ Άη Βασιλειού έλεγε τα κάλαντα και έδινε και μια κουτσούνα σαν γούρι για το σπίτι.

Ο μπάρμπα Μερκούρης είχε τσαγκάρικο στις σκάλες του Νίκου του Τσή , στον κεντρικό δρόμο κι είχε σπίτι και μαγαζί εκεί σε μια στροφή της μεγάλης σκάλας, σε μια ξύλινη παράγκα.

Ο καιρός περνούσε κι άρχιζαν οι κάρτες να καταφθάνουν στα σπίτια, σταλμένες από τους ξενιτεμένους που τότε  ήταν στην Αυστραλία, Γερμανία και Αθήνα.

Οι περισσότερες κάρτες ήταν χρωματιστές, είχαν χρυσόσκονη κι έγραφαν στα ξένα «Merry Christmas», αλλά από κάτω έγραφε ο καθένας όπως- όπως το κλασσικό «σας εύχομαι καλά χριστούγεννα και ευτυχισμένο  π.χ. το 1955».

Είχαν και κάτι φιγούρες με δέντρα στολισμένα και κάτι παιδιά ντυμένα παράξενα,με μπότες, καπέλλα, γραβάτες και τέτοια.

Βέβαια κι εμείς στολίζαμε δέντρο 2-3 μέρες πρίν τα Χριστούγεννα με μπόλικο μπαμπάκι, παλιές κάρτες , καμιά φούσκα (μπαλόνι) και πορτοκαλόφλουδες σαν σερπαντίνες, πάνω σ ένα θηλυκό κυπαρίσσι (για νάχει απλωτά κλαριά) που πήγαινε κι έκοβε ο πατέρας απ το Ζερμάτ, ένα βουνό πάνω απ τη Βασιλική προς τη Σέλλα που εμείς τόχαμε ονομάσει Ζερμάτ απ το σχετικό παραμύθι  που μας διάβαζε ο πατέρας το βράδυ.

Απ το δικό μας Ζερμάτ μαζεύαμε και τα δαφνόφυλλα που πουλάγαμε στον κυρ Σπύρο το Ζώγκο και παίρναμε και μερικά τρόφιμα μ αυτά.

Ο κυρ Σπύρος ο Ζώγκος ήταν ένας σοβαρός έμπορος που είχε απ όλα, από τούβλα και τσιμέντα μέχρι όλα τα χρειαζούμενα για τις οικοδομές αλλά και για το σπίτι.

΄Εκανε και χονδρεμπόριο και μάλιστα μάζευε το δαφνόφυλλο και το φασκόμηλο που του πήγαινε ο κόσμος, τα αμπαλάριζε σε μεγάλες τετράγωνες μπάλες κι ερχόταν καράβι και τις φόρτωνε για το εξωτερικό.

Είχε και τέτοιο σκοπό το λιμάνι της Βασιλικής, τότε. Ήταν το επίνειο για την μισή Λευκάδα σαν επιβατηγό αλλά και εμπορικό λιμάνι για τα αγροτικά προϊόντα και κυρίως κρασί,λινάρι κηπευτικά και λάδι.

Κοντά στο λιμάνι ένα φορτηγό αυτοκίνητο ξεφόρτωνε πάντα τις παραμονές κάτι κάτασπρα τσουβάλια με αλεύρι, στον φούρνο του μπάρμπα Σωκράτη του πρόσφυγα.

Τα ξεφόρτωναν όπως κι όλα τα εμπορεύματα απ τα φορτηγά ή τα καράβια οι φορτοεκφορτωτές του λιμανιού που απ ότι θυμάμαι ήταν ο μπάρμπα Βασίλης ο Κεμάλης με τον γιό του τον Σταμάτη, ο Σπύρος ο Ρίγγος και άλλοι.

Ο μπάρμπα Σωκράτης ( Μιχαηλίδης στο επίθετο)  ήταν ένας ευγενέστατος και πολύ εργατικός πρόσφυγας -όπως όλοι που ήρθαν στο νησί- κι έφτιαχνε για την περίσταση μαζί με την γυναίκα του την κυρά Ουρανία τον άσπρο αφράτο σταυρό που όποιος είχε έπαιρνε (σχεδόν όλοι)  γιατί τα μικροπαίδια λιμπιζότανε το άσπρο ψωμί.

Η μάνα έφτιαχνε και τον δικό μας σταυρό με  αλεύρι απ τον Γεράσιμο τον Κατσίκα , ένα τετραπέρατο έμπορο απ το Δράγανο που είχε γυρίσει απ την Αργεντινή κι ήταν γείτονας και πελάτης του πατέρα μου (του έφτιαχνε τα δεπόζιτα για το λάδι) .

Δυο λέξεις μόνο για τον μπάρμπα Γεράσιμο γιατί θα επανέλθω σε άλλο σημείωμα.

Όταν άλλαζαν οι οκάδες και τα δράμια σε κιλά και γραμμάρια το 1959, κανένας δεν ήξερε πώς να τα υπολογίσει.

Είχε καλέσει λοιπόν ο Κατσίκας πολλούς χωριανούς στο μαγαζί του και τους εξηγούσε με λεπτομέρειες κι εγώ άκουγα απ το σπίτι μας όλη αυτή την διάλεξη!!

Συνεχίζω…

Πάντα τον σταυρό  η μάνα τον στόλιζε από πάνω  μ εκείνα τα κεντίδια κι έβανε και 4 καρύδια που όταν ψηνόταν μαζί με το ψωμί, τα ξεκολάγαμε να φάμε το καρύδι που ήταν ξεροψημένο και πεντανόστιμο.

 Έφτιαχνε και δυό μικρότερα ψωμιά που τους έβανε επάνω μια σφραγίδα που την είχαν όλο το χρόνο εκεί ψηλά στα κονίσματα μαζί με το καντήλι, ένα απλό ποτήρι με λάδι που έκαιγε για τους σχωρεμένους του σπιτιού.

Τα ψωμιά αυτά τα πήγαινα στον παππά, ένα για δαύτονε κι ένα για να το λειτουργήσει και να το πάρουμε πίσω και συνήθως το δίναμε σε κάποιον. Ήταν η λειτουργιά και το πρόσφορο (προσφορά) για τους προγόνους.  

Του δίναμε κι ένα χαρτί μ ένα νόμισμα «για το πέρασμα» όπως έλεγαν ή ό,τι είχε ο καθένας και μνημόνευε τα ονόματα στη «πρόθεση» κατά τον όρθρο  των Χριστουγέννων.

Όλα τα ονόματα στο χαρτί.

“Βάλε στο χαρτί και το όνομα του έρμου του τάδε που δεν είναι εδώ οι δικοί του” ελεγε η μάνα στον πατέρα που έγραφε το χαρτί.

Κι οι θύμησες ερχόταν βροχή…

Το νόστιμο του άσπρου ψωμιού το αγοραστό απ το φούρνο, ήταν μια  για 2-3 μέρες μιας κι εμείς τα μικρά προτιμούσαμε το κάτασπρο αλλά τέλειωνε κι έτσι επιστρέφαμε στο… χωριάτικο που συνήθως ήταν ποστιασμένο μαζί με τα άλλα καρβέλια πάνω σε μια πολίτσα, ένα σανίδι δηλαδή δεμένο με σύρμα απ το ταβάνι, κάτι σαν αιωρούμενο ράφι.

Με  το ζυμάρι που περίσσευε στη σκάφη που ζύμωνε η μάνα το ψωμί και τον σταυρό των Χριστουγέννων, έφτιαχνε στον πλάστη κι όμορφες “βλάχες” ψωμάκια δηλαδή σε σχήμα κόρης ή μικρά σταυρουδάκια αλλά και τηγανόψωμα που τα τηγάνιζε με λαδάκι και από πάνω ζάχαρη ή πετιμέζι που φτιάχναμε μόνοι μας ή αν υπήρχε μέλι.

Σπάνια έβαναν λίγο τυρί κι ήταν αλμυρά.

Κι έφτανε το ξημέρωμα των Χριστουγέννων που όλοι περιμέναμε.

Η καμπάνα χτύπαγε χαρμόσυνα από νωρίς κι όλοι ετοιμαζόταν να φορέσουν τα καλά τους και να πάνε στην μεγάλη λειτουργία.

Στην εκκλησία πρώτος πήγαινε ο παππά Ταξιάρχης και μετά πηγαίναμε εμείς τα  παπαδάκια μαζί με τον εγγονό του τον Κώστα  και τον Πάνο του Χρήστου του Σολδάτου.

Ερχόταν αμέσως κι ο βασικός ψάλτης ο αείμνηστος Βασίλης Σίδερης-Κουμπούρας με την εκπληκτική άρθρωση, ορθοφωνία και γνώση του τι έψελνε.

Λίγο αργότερα ερχόταν  ο μπάρμπα Θανάσης ο Μπρούτσης κι ο μπάρμπα Θοδωρής ο Κουτσοπανέλης.

Οι υπόλοιποι της οικογένειάς  μας ερχόταν λίγο πριν την τρίτη καμπάνα όπως κι οι περισσότεροι χωριανοί μας.

Την πρώτη καμπάνα την χτύπαγε θυμάμαι ο παππά Ταξιάρχης που ήταν ένας ιερωμένος άνθρωπος δυναμικός,υπερήφανος, ανιδιοτελής  και άφησε την σφραγίδα του στα πολλά χρόνια που υπηρέτησε με συνέπεια τις δύο εκκλησίες της Βασιλικής.

Τις άλλες δύο καμπάνες χτυπάγαμε εμείς τα παιδιά ή ο  επίτροπος ο κυρ Σταύρος ο Πολίτης, ένας εξαιρετικός, φιλήσυχος, άνθρωπος που ήταν πάντα περιποιημένος και είχε το πιο όμορφο μπακάλικο στην Βασιλική, κάτι σαν gourmet ας πούμε.

Ο κυρ Σταύρος ήταν κι ο γραμματέας της κοινότητάς μας, πάντα συνεπής και εξυπηρετικός.

Βαράγαμε και τέταρτη καμπάνα στις μεγάλες γιορτές, την καμπάνα της απόλυσης!!

Ήταν πανηγυρική η λειτουργία των Χριστουγέννων, υπήρχε κατάνυξη και συμμετοχή κυρίως στους ψαλμούς ¨Χριστός γεννάται ή το «η γεννησή σου Χριστέ» κλπ.

Μετά το «μετά φόβου θεού και αγάπης προσέλθετε» που σήμαινε την ώρα της μεταλαβής ο παππά Ταξιάρχης που φορούσε τα πιο γιορτινά του καλοσιδερωμένα άμφια και έψελνε με δύναμη και ιδιαίτερη επισημότητα μπροστά σ ένα εκκλησίασμα με όλους τους επισήμους, τους  ξενιτεμένους, τους ναυτικούς  κλπ, μοίραζε ευχές και το αντίδωρο σε όλους. 

Η Βασιλική είχε επίσημους γιατί είχε ειρηνοδικείο, υποδιοίκηση χωροφυλακής, τελωνείο, λιμενοφύλακες, ταχυδρομείο, αγρονομείο και φυσικά τον πρόεδρο και το συμβούλιο της κοινότητας.

Μετά την εκκλησία οι νοικοκυρές πήγαιναν στο σπίτι για την προετοιμασία του φαγητού κι οι άντρες στα καφενεία, κουβεντούλα και ευχές..

Εμείς τα μικρα, σκλημαδεύαμε μές τους δρόμους και παίζαμε μ ότι βίσκαμε, από ξυλάκια (σκλίτζα-μίτζα) , τη φωτιά, βόλους, φιγούρες, ακόμα και το μπίζ.

Πετροπόλεμο δεν παίζαμε εκείνη την ημέρα. Υπήρχε… ανακωχή!

Ήταν μια μέρα γιορτής με τα όλα της.

Τα απόγευμα μετά το φαγητό άρχιζαν οι επισκέψεις στα σπίτια που είχαν Χρήστο ή Χριστίνα.

Γινόταν όμως και επισκέψεις σε συγγενείς και γειτόνους για ευχές γιατί τότενες οι γείτονες ήταν αδέρφια!

Κάπως έτσι ήταν η ζωή στο χωριό μου τις μέρες των Χριστουγέννων .

Οι ίδιες συνήθειες επικρατούσαν λίγο-πολύ και στο κάθε σπίτι.

Η ζωή ήταν δύσκολη αλλά και χαρούμενη με τα προβλήματα για τον καθένα, χωρίς εξάρσεις κι απρόοπτα.

Υπήρχε αλληλεγγύη στο χωριό γιατί δεν υπήρχαν μεγάλες ανισότητες κι έτσι όλα ήταν σε όλους διαχειρίσιμα…

Γιαυτο μ ένα τσίγκινο βάτραχο, μια κουταλιά ζαχαρούχο και λίγο άσπρο ψωμί εμείς τα παιδιά, νιώθαμε  ξεχωριστές κι ευτυχισμένες τις γιορτές .

Και ήταν η πραγματική χαρά κι η ευτυχία σε κάθε σπίτι.

Χρόνια σας πολλά, με υγεία..

 

Παναγιώτης Σκληρός

Η φωτογραφία αυτή την τράβηξε ο Νίκος Σκληρός στην είσοδο του σπιτιού που μόλις είχαμε πρωτομπεί γύρω στα 1955.

Βακέτα= μαλακό δέρμα,Χολάτα λάχανα= τα καλοθρεμένα
Κανίσκι= τα δώρα που πήγαιναν στα σπίτια μέσα σε λεπτοπλεγμένη ο κοφίνο από λυγαριά
Μαλτέζα= ράτσα γίδας απ τη Μάλτα με αρακτηριστικά τα μεγάλα αυτιά και το πολύ γάλα
Να δικήσει το φαί = να φτάσει, νάναι επαρκες,Χουχούλιασμα= η αναπνοή μας μεσα σ αντικείμενο
Κουρφούγκια= ένα ιδιότυπο φαγητό απ το πρωτόγαλα των προβάτων
Καπάσα=το μεγάλο πήλινο κι ατάραγο δοχείο για λάδι Κοφίσι= αποξηραμένο ψάρι Βόρειου Ατλαντικού
Σάγιασμα= βαρύ υφαντό,
Αγγερίδι= το μικρό βελονάκι πλεξίματος
Τσόλι= το γίδινο ειδικό κατασκεύασμα που έβαζαν την πάστα για την παραγωγή του λαδιού
Λουμίνι=Φωτιστικό δοχείο που φώτιζε με λάδι,Φουστίνες οι χειμωνιάτικες βιολέτες

 

Πηγή

Προβολές : 561


Μοίρασέ το:



Ετικέτες:

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ


Ορισμένα αναρτώμενα από το διαδίκτυο κείμενα ή εικόνες, θεωρούμε ότι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας, για να τα αφαιρέσουμε. Επίσης, σημειώνεται ότι οι απόψεις του ιστολογίου, μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου. Για τα άρθρα που δημοσιεύονται εδώ, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε, καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιοδνήποτε τρόπο, το ιστολόγιο. Ο διαχειριστής του ιστολογίου, δεν ευθύνεται για τα σχόλια και τους δεσμούς που περιλαμβάνει. Τονίζουμε ότι υφίσταται μετριασμός των σχολίων και παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, να έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα:
  • Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές ή χυδαιολογίες.>
  • Μην δημοσιεύετε άσχετα με το θέμα σχόλια.
  • Ο κάθε σχολιαστής, οφείλει να διατηρεί ένα μόνον όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
  • Με βάση τα παραπάνω, η διαχείριση, διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων, χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
  • Επιπλέον σας τονίζουμε, ότι το ιστολόγιο, λειτουργεί σε εθελοντική βάση και ως εκ τούτου, τα σχόλια θα αναρτώνται μόλις αυτό καταστεί δυνατόν.

Διαβάστε ακόμα